Μιλώντας μ’ έναν άστεγο μέσα στην πανδημία

άστεγος πανδημία

Ήταν ένα απόγευμα σαν όλα τα άλλα της κορωνοϊού εποχής, όταν αποφάσισα να βγω μία βόλτα για περπάτημα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Διέσχισα την Εγνατία, περπάτησα στα στενά της Συγγρού, βγήκα Δωδεκανήσου καταλήγοντας στο Βαρδάρη. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής μου, δεν κινούταν ψυχή, παρά μόνο μερικοί περαστικοί. Οι πεταμένες μάσκες σε αρκετά σημεία του δρόμου όπως και οι κάδοι απορριμμάτων που ξεχείλιζαν, ενορχήστρωναν το σκηνικό της Θεσσαλονικιώτικης πανδημίας.

Συνεχίζοντας την διαδρομή μου, συνάντησα έναν άνθρωπο ο οποίος προσπαθούσε κάτι να φτιάξει, κάτι σαν “κινούμενο” σπίτι. Οι κινήσεις του θύμιζαν τελετουργία: Δίπλωνε τις κουβέρτες του, έστρωνε τα χαρτόκουτά του και έβαζε τις σακούλες με την “σωστή” σειρά. Μπορεί να μην φορούσε μάσκα αλλά όπως έμαθα αργότερα πίστευε πως δεν την χρειαζόταν. “Το πεζοδρόμιο ήταν το σπίτι του”.

 

“Η ημέρα βγαίνει. Η νύχτα πάντα θα είναι η πιο δύσκολη.”

 

Ο κ. Χρήστος είναι εδώ και 3 χρόνια άστεγος, καθώς το εργοστάσιο που δούλευε ως εργάτης εδώ και χρόνια έχει κλείσει. “Πάλι καλά που δεν έχω οικογένεια”, είπε με έναν αναστεναγμό στη φωνή, κοιτώντας με ένα υγρό βλέμμα. Κάποτε ζούσε σε σπίτι, δεν χρειαζόταν να μένει από δω κι από εκεί. Η μεγαλύτερη αλλαγή στη ζωή του ήρθε όταν αναγκάστηκε να ζήσει στο δρόμο. Η πανδημία του κορωνοϊού μπορεί για εμάς να έφερε πολλά δεινά, αλλά όχι για τον κ. Χρήστο. Με μία φράση τα είπε όλα: “Να σου μιλήσω για το τί σημαίνει ο κορωνοϊός για κάποιον σαν και εμένα; Εγώ για αυτούς δεν είμαι κανείς κορίτσι μου.”.

Για έναν άστεγο πάντα η μοναξιά κι η ανασφάλεια αποτελούν τον προσωπικό Γολγοθά. Για τους ανθρώπους του πεζοδρομίου κάθε ημέρα είναι ίδια, το ίδιο ζόρικη, με μικρές στιγμές χαράς και ανακούφισης. “Μετακινούμαι συνέχεια, ανάλογα με το σημείο που θα βολεύει ή με τον καιρό. Άλλες φορές προτιμούσα να βρίσκω καβάτζες που να έχουν κόσμο, να νιώθω λίγη παραπάνω ασφάλεια γιατί είναι πολλοί αυτοί που μας κλέβουν τα πράγματα. Αλλά εντάξει κι αυτό δεν είναι πάντα καλό γιατί μπορεί να γίνονται φασαρίες και δεν μ’ αρέσει να μπλέκω. Απ’ την άλλη πάντα έπρεπε να ‘χω στο νου μου να μην βρίσκομαι στις πιο πλούσιες γειτονιές του κέντρου. Εκεί ο κόσμος είναι κακός, έχει τύχει να με κλωτσήσουν και στο πρόσωπο μια φορά επειδή κοιμόμουν έξω από ένα μαγαζί. Όσο πιο φτωχή είναι η γειτονιά που θα πας, τόσο καλύτερα σου φέρονται. Ήταν κάποτε μια κυρία από έναν φούρνο μου έδινε όλα τα αρτοσκευάσματα που περίσσεψαν με το που έκλεινε το μαγαζί. Καλός άνθρωπος.”

Πλέον, ο μεγαλύτερος φόβος του κ. Χρήστου είναι πως εξαιτίας της πανδημίας θα δυσκολεύεται να βρει κόσμο που θα του αφήνουν μερικά ψιλά, ή μαγαζιά που μπορεί να του δίνουν μερικά δωρεάν τρόφιμα. Ο αγώνας της επιβίωσης παραμένει ίδιος, ενώ για την υγεία του έχει πάψει να νοιάζεται εδώ και καιρό: “Γιατί να φοβάμαι τον κορωνοϊό; Αυτά δεν πιάνουν εμάς, εμείς δεν είμαστε όπως όλοι οι άλλοι. Έτσι κι αλλιώς πέρα από ορισμένες εξαιρέσεις, η πολιτεία δεν ασχολείται μαζί μας. Εμένα όλη η ζωή μου μες στον κίνδυνο ήταν, αν με μαχαιρώσουν, αν θα κοιμηθώ, αν θα φάω. Από συσσίτιο και εκκλησία να τρέχω, μαζί με τόσους άλλους. Μην σου πω πως τώρα με τον κορωνοϊό είναι καλύτερα. Έφτιαξα το σπίτι μου εδώ, έχω την ησυχία μου. Εντάξει, παρέα μπορεί να μην έχω αλλά καλύτερα έτσι. Νιώθω ότι όλη η πόλη είναι δική μου.”

Όταν του ανέφερα τα περιστατικά όπου η αστυνομία έκοψε πρόστιμα για άσκοπη μετακίνηση σε αστέγους, ο κ. Χρήστος άρχισε να γελά: “Μα αλήθεια είναι δυνατόν να έγινε κάτι τέτοιο; Άντε και του το έκοψε, πως να το πληρώσει; Άμα με θεωρείτε δημόσιο κίνδυνο κ. αποτέτοιε μου, βοηθήστε με να ξαναφτιάξω τη ζωή μου ή αλλιώς σκοτώστε με. Το έχω σκεφτεί πολλές φορές να το κάνω. Αλλά μάλλον είμαι αρκετά δειλός για κάτι τέτοιο”.

Ο κ. Χρήστος μπορεί να γνώριζε τις δομές φιλοξενίας του δήμου για άστεγους ανθρώπους, ή τους υπόλοιπους φορείς που μπορεί να απευθυνθεί για να καλύψει κάποιες από τις βασικές ανάγκες του, παρόλα αυτά ο κ. Χρήστος προτιμά τελικά τον δρόμο. Για πολλούς ανθρώπους που ζουν στο πεζοδρόμιο και έχουν μάθει να έχουν πλήρη ελευθερία, οι “κανόνες” που πρέπει να τηρούν όταν μένουν στις δομές, είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο.

Όσον αφορά την προσωρινή δομή φιλοξενίας των αστέγων για την αποφυγή της διασποράς του κορωνοϊού, η οποία φαίνεται πως θα κλείσει μετά το πέρας της πανδημίας, ο κ. Χρήστος δεν είχε και την καλύτερη άποψη:

“Σε βάζουν σε σπίτι, σε ταΐζουν, σου δίνουν κρεβάτι και μετά σου λένε πως όταν δεν σε φοβούνται ότι θα τους χαλάσεις το “όνομα” λένε πως θα σε διώξουν. Βλακείες. Εκμεταλλεύονται ταλαιπωρημένους ανθρώπους για να πουν πως κάνουν κάτι και για μας. Πολύ περισσότερο προτιμώ να με βοηθήσουν εθελοντές και κάτι άλλα παιδιά που έρχονται και μας δίνουν πράγματα. Με αυτά τα τέρατα εγώ δεν θέλω να έχω καμία σχέση”.

Η συζήτηση μας κάπου εδώ σταμάτησε. Ο κ. Χρήστος συνέχισε να φτιάχνει το “σπίτι” του κι εγώ πήρα τον δρόμο της επιστροφής προς το δικό μου. Τελειώνει κι ο Νοέμβρης, άρχισε να νυχτώνει και να βγάζει κρύο από πολύ νωρίς. Τα τελευταία λόγια του γυρνούσαν ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι μου.

Οι λεγόμενοι “άνθρωποι του δρόμου”, γεννήθηκαν σαν όλους τους υπόλοιπους που μένουμε σε σπίτια, που έχουμε ένα μπάνιο, που έχουμε φαγητό. Απλά η τύχη, ή κι η ίδια η ζωή, δεν ήταν τόσο καλές μαζί τους. Στην χώρα μας τα στοιχεία των αστέγων που υπάρχουν καταγεγραμμένα αφορούν κατά κύριο λόγο όσους βρίσκονται σε δομές, ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που δεν υπάρχουν για το κράτος καθώς δεν έχουν καν χαρτιά. Η στροφή της Πολιτείας στο θέμα των αστέγων, με την δημιουργία της προσωρινής δομής φιλοξενίας ενόψει κορωνοϊού, μπορεί να αποτελεί μια προσωρινή λύση για κάποιους να έχουν ένα σπίτι και παροχές, αλλά για ανθρώπους σαν τον κ. Χρήστο αυτό δεν φτάνει. Και πράγματι, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια μερικές φορές, ακόμη και στην μεγαλύτερη ανάγκη, είναι ένας παράγοντας που μόνο να θαυμάσει μπορεί κανείς.

Γιατί σίγουρα ο κάθε άνθρωπος θέλει να νιώθει αυτάρκης και ελεύθερος, να είναι δημιουργικός και παραγωγικός. Δυστυχώς, η Πολιτεία για το πρόβλημα των αστέγων βρίσκει μεσοβέζικες λύσεις, χωρίς να ακολουθήσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο. Ακόμα και οι προσωρινές δομές φιλοξενίας ενόψει κορωνοϊού, δεν παύουν να είναι κάτι που οι συγκυρίες οδήγησαν στο να γίνει.

Αν πάντως μπορεί να βγει κάτι θετικό με αφορμή την στροφή του ενδιαφέροντος της Πολιτείας στις ανάγκες των ανθρώπων του δρόμου -έστω και εξαιτίας του κορωνοϊού- αυτό είναι πως το κράτος επιτέλους θα δει πως υπάρχουν και αυτοί οι άνθρωποι πράγμα που θα μπορούσε να αποτελέσει το εφαλτήριο για να αναλάβει σοβαρές πολιτικές ουσιαστικής στήριξής τους, και επανένταξής τους στην κοινωνία.

 

Άννα Σαϊνίδου