
Το φαγητό έχει πάψει εδώ κι αιώνες να θεωρείται από την ανθρωπότητα ως απλός μηχανισμός επιβίωσης, καθώς έχει μετατραπεί σε τελετουργικό που κουβαλάει ποικίλους συμβολισμούς στην πλάτη του, με πολιτισμικές και ψυχολογικές προεκτάσεις.
Σε μικρή ή μεγάλη κλίμακα, σε εγχώριο και οικογενειακό επίπεδο, η διατροφή και το πως αυτή προσλαμβάνεται κι απολαμβάνεται παίρνει άπειρες διαστάσεις, με κάθε υποομάδα να προσπαθεί να την προσαρμόσει στη δική της καθημερινότητα.
Είναι λοιπόν τουλάχιστον επιφανειακό το να αντιμετωπίζουμε τη διαδικασία του φαγητού με τρόπο εντελώς αποκομμένο από το άτομο που την επιτελεί, καθώς το πιθανότερο είναι ότι με τα χρόνια έχει ενσωματωθεί στην προσωπικότητά του με τρόπο σχεδόν παγιωμένο.
Κι ενώ έχουμε αρχίσει αργά και σταθερά να μαθαίνουμε πως δε νοείται σχόλιο για το σώμα κάποιου χωρίς να συμπεριλαμβάνει βαθύτερες υπόνοιες -πχ. τα βαρύτερα σώματα συνδέονται συχνά λανθασμένα με την οκνηρία, τα πολύ αθλητικά με τις εμμονικές συμπεριφορές κλπ-, η έκφραση της γνώμης μας γύρω από τη διατροφή των άλλων παραμένει στην κουλτούρα μας ως κάτι το πολύ κοινωνικά αποδεκτό, που μπορεί μάλιστα να λέγεται και με ύφος «αποψάρας».
Ο έπαινος ωστόσο ή η προσβολή των διατροφικών συνηθειών των ανθρώπων, είναι μια έμμεση κολακεία ή επίθεση και προς επιμέρους στοιχεία του χαρακτήρα ή του τρόπου ζωής τους.
Και πέρα από χοντροφοβικές, body-shaming υπόνοιες, έχει και ταξικές.
Αν δεν το έχετε ήδη παρατηρήσει, στον Δυτικό κόσμο η παχυσαρκία αποτελεί πλέον ασθένεια των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, με τους ρόλους να έχουν αντιστραφεί πλήρως σε σχέση με τον προηγούμενο αιώνα.
Κατά τη δεκαετία του 50’, η βιομηχανία της μόδας και της ομορφιάς κατηγοριοποιούσε ακόμα τις γυναίκες με καμπύλες ως τα απόλυτα σεξ σύμπολς, καθώς στην μεταπολεμική τότε Ευρώπη και Αμερική, τα σωματότυπα αυτά μαρτυρούσαν διατροφική αφθονία, γονιμότητα και καλοζωία.
Μισό αιώνα μόλις μετά, κι αφού πλέον η πλειοψηφία των πολιτών είχε στο σύνολό της πρόσβαση σε θρεπτικό και επαρκές φαγητό, το πάχος έπαψε να αποτελεί πλέον ένδειξη πλούτου, κι έτσι η μόδα στράφηκε προς τα πιο αδύνατα σωματότυπα, ακολουθώντας τις προσταγές της νέας μπουρζουαζίας.
Αυτό συνέβη διότι η νέα σχετική φτώχεια που χτύπησε την Αμερική, δεν ισούταν πλέον με απόλυτη έλλειψη φαγητού, αλλά περισσότερο με ευκολότερη πρόσβαση σε φθηνή, τυποποιημένη τροφή, και δυσκολότερη σε φρέσκα, υγιεινά προϊόντα, καθώς τα δεύτερα άρχισαν να κοστολογούνται ακριβότερα από τα πρώτα.
Εν έτει λοιπόν 2020 είναι πολύ πιο πιθανό ένας άνθρωπος να καταλήξει με προβλήματα βάρους λόγω φτώχειας παρά λόγω πλούτου, καθώς, όσο τραγικό και να φαίνεται σαν άκουσμα, το υγιεινό, μαγειρεμένο, μαμαδίσιο φαγητό είναι για κάποιους μεγάλη πολυτέλεια.
Γιατί λοιπόν να μη προτρέπουμε τους ανθρώπους ν’ αφήσουν κάτω το junk food και να «τρώνε πιο υγιεινά»;
Η σύντομη απάντηση συνοψίζεται στο «πιθανότατα θέλουν αλλά δε μπορούν». Ας αναλογιστούμε όμως και τις εξής υπό περιπτώσεις για να κατανοήσουμε καλύτερα το πρόβλημα:
-
Οι άνθρωποι των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, που κατά μεγάλο ποσοστό δουλεύουν πολλές ώρες ή σε σωματικά επίπονες εργασίες, είναι πιθανό να μην έχουν τον χρόνο, τη δύναμη ή και τα δύο για να μαγειρέψουν κάτι υγιεινό στο σπίτι, οπότε αρκούνται στη λύση του πρόχειρου φαγητού.
-
Το fast-food, συνήθως πλούσιο σε υδατάνθρακες και νάτριο, χορταίνει περισσότερο σε μικρότερη ποσότητα· ένα άτομο λοιπόν που έχει χρήματα μόνο για ένα μεγάλο γεύμα τη μέρα, θα προτιμήσει αυτό αντί για μια σαλάτα.
-
Κάποιοι άνθρωποι ζούνε σε υπερβολικά μικρά διαμερίσματα, και πιθανόν να μην έχουν χώρο για αποθήκευση και προετοιμασία φαγητού.
-
Σε περίπτωση που το σούπερ μάρκετ είναι πολύ μακριά από το σπίτι και το άτομο δε διαθέτει αυτοκίνητο ή λεφτά για ταξί, η διαδικασία γίνεται ιδιαίτερα επίπονη καθώς οφείλει να κουβαλήσει όλα τα ψώνια μέσω συγκοινωνίας ή ακόμα και με τα πόδια.
-
Η σύγκριση τιμών στις αγορές τροφίμων είναι μια χρονοβόρα διαδικασία που ένα άτομο με πενιχρά έσοδα δεν έχει την πολυτέλεια να κάνει.
Μπορεί λοιπόν να επαναπαυόμαστε στη σκέψη πως η πείνα σαν concept βρίσκεται κάπου πολύ μακριά μας και δε μπορεί να μας αγγίξει, καθώς πλέον η φτώχεια στο μυαλό μας συνδέεται περισσότερο με δευτερεύοντες ανάγκες, όπως η αδυναμία πληρωμής της συνδρομής του Netflix, ωστόσο στα παραπάνω παραδείγματα είναι σίγουρο πως αναγνωρίσαμε τα πρόσωπα μερικών φίλων ή γνωστών μας.
Κι αν εξεπλάγης από αυτή τη συνειδητοποίηση, συγχαρητήρια· μόλις βγήκες από την προνομιακή σου πλάνη και κοίταξες κατάματα μια μεγάλη αλήθεια: Πως το φαγητό παραμένει για πολλούς συνανθρώπους μας ένα πολύ πολύ ακριβό χόμπι.
Ντορίνα Παπαγεωργίου