
Το Social Dilemma, ντοκιμαντέρ παραγωγής του Netflix, δεν ήρθε απλά για να στηλιτεύσει την κυριαρχία των social media στη ζωή μας, αλλά για ν’ αποδείξει, μακριά από κάθε συνομωσιολογική και αναχρονιστική προσέγγιση του θέματος, πως οι ώρες που περνάμε μπροστά στην οθόνη μας κάνοντας ανελέητα scroll down, ήταν εξ’ αρχής ο στόχος κι όχι μια απλή συνέπεια.
Ποτέ δεν ήμουν απ’ αυτούς που δυσπιστούσαν έναντι των social media, τουλάχιστον όχι σε σημείο μηδενισμού· η όποια κριτική έκανα απέναντι τους είχε ως βάση την τυχόν λανθασμένη χρήση κι όχι το μέσο αυτό καθ’ αυτό. Για μένα, μέχρι προσφάτως, η social media-φοβία μαρτυρούσε αδυναμία συμβιβασμού με τις τεχνολογικές εξελίξεις και τίποτα παραπάνω, κι ο εθισμός-διοχέτευση των εσωτερικών συγκρούσεων, σ’ ένα μέσο που θα μπορούσε όμως κάλλιστα να είναι ένα οποιοδήποτε άλλο.
Παράλληλα, ως κάτοικος εξωτερικού, δε θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ μια καθημερινότητα χωρίς το messenger, το google hangout και το Instagram που με συνδέουν με όλα όσα άφησα πίσω, οπότε θεωρούσα αδιανόητο να υπάρχουν πολέμιοι εναντίον αυτών που μου προσφέρουν έστω ψήγματα σύνδεσης με τον τόπο καταγωγής μου.
Η καραντίνα ήρθε ωστόσο για να με κάνει να συνειδητοποιήσω δύο τινά: ότι το παραπάνω ναι μεν ισχύει 100%, καθώς η καθημερινότητα εγκλεισμού θα ήταν ανυπόφορη χωρίς να συνδέομαι με αυτούς που έχω ανάγκη, αλλά ταυτόχρονα ότι, μετά από λίγες μέρες, οι ώρες της ημέρας που δε περνούσα μπροστά από ένα ανοιχτό chat ήταν μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού – με μερικά δάχτυλα να περισσεύουν.
Είμαστε λοιπόν άραγε η πρώτη γενιά που θυσιάζει τις αληθινές στιγμές στο βωμό μιας οθόνης; Κι αν ναι, τις πταίει;
Ποια άλλη αγορά μας αποκαλεί «χρήστες»;
Ο εθισμός στο Facebook, στο Instagram, στο YouTube δε μοιάζει με κανέναν άλλον, γιατί το υλικό που μας προσφέρεται εκεί είναι πραγματικά ανεξάντλητο. Κάθε φορά που σέρνουμε τον δείκτη μας στην αρχική σελίδα, εκείνη ανανεώνεται δίνοντας μας ένα ακόμα «δωράκι». Ασταμάτητα. Όσες φορές και να το κάνουμε.
Ακόμα και τα video games, που τόσο μπήκαν στο στόχαστρο από τη δεκαετία του 80’ και μετά, διότι δημιούργησαν σχέση εξάρτησης ατόμου και οθόνης, φτάνουν μοιραία σ’ ένα τέλμα. Τα social media όμως είναι πάντα εκεί, όλες τις ώρες, ευκόλως προσβάσιμα.
Το ότι ο αλγόριθμος των κοινωνικών δικτύων εμφανίζει στο feed μας αυτά που μας ελκύουν δεν είναι κάτι που δεν έχουμε ξανακούσει. Εξάλλου, όσο τρομακτικό κι αν μοιάζει, τα bots μας ξέρουν καλύτερα από τον ίδιο μας τον εαυτό και μας ταΐζουν υποσυνείδητα το κατάλληλο εκείνο υλικό που θα μας κρατήσει όσες περισσότερες ώρες γίνεται καθηλωμένους στις οθόνες μας.
Ωστόσο, το Social Dilemma έρχεται για να προσθέσει έναν σημαντικό συντελεστή στην εξίσωση: ο αλγόριθμος δεν μας προσφέρει ακριβώς τους διακαείς μας πόθους σε ψηφιακή μορφή, αλλά αυτά που δύνανται να διαμορφώσουν, έστω και ελάχιστα, την προσωπικότητα μας προς την πιο συμφέρουσα για εκείνους πλευρά. Και κάπως έτσι, δημιουργούνται σταδιακά τα ιδανικά target groups για τις διαφημιστικές εταιρίες που προσεγγίζουν τους social media κολοσσούς. Δεν είναι δηλαδή οι χρήστες που καθορίζουν τις διαφημιστικές ανάγκες ,αλλά το αντίστροφο.
Για όσους λοιπόν δεν το έχουν ψιλιαστέι μέχρι στιγμής, το Facebook καθόλου δεν ενδιαφέρεται εν κατακλείδι να μας πουλήσει ποιοτικό προϊόν· αυτό συμβαίνει διότι, στο πλαίσιο του συγκεκριμένου επιχειρηματικού μοντέλου, τα προϊόντα είμαστε εμείς οι ίδιοι, με τους διαφημιστές να παίζουν το ρόλο του αγοραστή. Κύριος στόχος των κοινωνικών δικτύων δεν είναι να προσφέρουν περισσότερη ευφορία στον χρήστη, αλλά να μπουκώσουν το σύστημα επιβράβευσης και ενοχής του εγκεφάλου του, προκειμένου να μη μπορεί να απολαύσει πλέον ούτε ένα γεύμα χωρίς τη συνοδεία μιας αναμμένης οθόνης.
Και για του λόγου το αληθές, το Social Dilemma μας πληροφορεί πως οι μόνες αγορές που αποκαλούν τους πελάτες τους «χρήστες» είναι δύο: τα social media και τα ναρκωτικά. Και ο δρόμος προς τον εθισμό και στις δύο αυτές περιπτώσεις, είναι χαραγμένος εκ των προτέρων, με τρόπο που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο ίδιο αποτέλεσμα ξανά και ξανά, ανεξαρτήτως άλλων παραγόντων.
Αν δε μοιάζαμε, δε θα συμπεθεριάζαμε
Αν η περιορισμένη αντίληψη του ανθρώπινου εγκεφάλου δε μας εμπόδιζε από να διακρίνουμε τις μικρές, αμελητέες αλλαγές -καθώς είμαστε φτιαγμένοι για να βλέπουμε κυρίως τη μεγάλη εικόνα- , θα παρατηρούσαμε πως η ροή στην αρχική σελίδα του προσωπικού μας λογαριασμού, έχει αλλάξει ριζικά από τη μέρα που πρωτοφτιάξαμε το προφίλ μας.
Κάθε κλικ που κάνουμε αποτελεί ένα εκλειπόμενο κομμάτι στο παζλ που φτιάχνει ο αλγόριθμος στο πρόσωπό μας, με αποτέλεσμα όσο περνάει ο καιρός τόσο να συναντάμε άρθρα, σελίδες, προτάσεις φιλίας, στα οποία είναι πολύ πιο πιθανό στατιστικά να πούμε το πολυπόθητο «ναι» με τον δείκτη του ποντικιού μας.
Αυτό καταλήγει αναπόφευκτα στο να βλέπουμε έναν κόσμο που δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα, αλλά τον εαυτό μας. Η φράση «τα social media είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας» -την οποία κι εγώ έχω ξεστομίσει πολλάκις- δηλώνει βαθιά άγνοια για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το συγκεκριμένο λογισμικό.
Η επικινδυνότητα που ελοχεύει πίσω απ’ όλο αυτό είναι μια διευρυμένη ψευδαίσθηση για το τι συμβαίνει στο κοινωνικό σύνολο που μας περιβάλει, η οποία μπορεί να επηρεάσει κάθε πτυχή της ζωής μας, από τις καταναλωτικές μας συνήθειες μέχρι την ψήφο και τα πολιτικά μας φρονήματα.
Το να μην ερχόμαστε ποτέ σε επαφή με απόψεις και συμβάντα εκ διαμέτρου αντίθετα των πεποιθήσεών και των εμπειριών μας, πολύ πιθανόν να οδηγήσει σε μια κοινωνία μισαλλόδοξη και στρατευμένη, καθώς και σε αναλγησία πεποιθήσεων.
Αυτό που μας ενώνει, μας χωρίζει
Καθώς πέφτουν οι τίτλοι τέλους, αναρωτιέμαι κατά πόσο το Social Dilemma υπερέβαλλε λίγο στα σημεία, όχι τόσο όσον αφορά τον τρόπο λειτουργίας των social media, αλλά κυρίως σχετικά με τις συνέπειες όλου αυτού στην ψυχολογία του ατόμου και στις διαπροσωπικές σχέσεις.
Συγκεκριμένα, στέκομαι ιδιαίτερα σκεπτική απέναντι στα στατιστικά στοιχεία κοινωνιολογικής προέλευσης που εμφανίζονται στις οθόνες μας· δεν είμαι απολύτως πεπεισμένη, παραδείγματος χάριν, ότι τα ανησυχητικά ποσοστά κατάθλιψής για τη γενιά Y έχουν υποβληθεί σε μεταναλύσεις, ούτε για το αν παίρνουν υπόψιν άλλους παράγοντες, με βάση τις αρχές της επιστημονικής έρευνας. Το ότι τα social media έχουν αντίκτυπο, και δη αρνητικό, στη ζωή μας, είναι αστείο ακόμα και να προσπαθήσουμε να το αρνηθούμε, οι εκτάσεις του προβλήματος ωστόσο βρίσκονται ακόμα υπό συζήτηση.
Πολλές είναι επίσης οι -τραβηγμένες ομολογουμένως– αλληγορικές σκηνές που μας παρουσιάζουν τις επιπτώσεις των social media στην κοινωνική μας ζωή. Μια εξ’ αυτών που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση, μας δείχνει ένα έφηβο κορίτσι να σπάει με σφυρί τη γυάλινη θήκη στην οποία αποθήκευσε η μαμά το κινητό της, προκειμένου να φάει χωρίς περισπασμούς. Βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα; Σίγουρα ναι. Είναι η μόνη πλευρά του νομίσματος; Σίγουρα όχι.
Το πιο πιθανό είναι να ισχύουν και τα δύο· τα κοινωνικά δίκτυα βελτιώνουν και ταυτόχρονα υπονομεύουν την ποιότητα της κοινωνικής μας ζωής. Ό,τι μας χωρίζει μας ενώνει, και σε λίγες δεκαετίες ίσως ενωθούν όλες οι τελείες και μπορέσουμε να δούμε ξεκάθαρα τις λεπτομέρειες αυτών που συμβαίνουν τώρα.
And now what?
Πολύ θα ήθελα αυτό το κείμενο να έχει κάποιο επιμύθιο αλλά δυστυχώς μια ρεαλιστική, μέση λύση δεν είναι τόσο εύκολο να βρεθεί. Θα μπορούσα με ασφάλεια να πω, πως προσωπικά θεωρώ την είσοδο των κοινωνικών δικτύων στη ζωή μας μη αναστρέψιμη, καθώς όλο αυτό είναι υπερβολικά διευρυμένο για να σταματήσει στο άμεσο μέλλον.
Παρ’ όλα αυτά, ίσως το κομμάτι του εθισμού να μπορούσε να περιοριστεί σε περίπτωση που το επιχειρηματικό μοντέλο πάρει μια πιο ανθρωποκεντρική στροφή, η οποία όμως θα δύναται να του επιφέρει και κέρδη. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί, λόγου χάριν, το οικονομικό μοντέλο της Wikipedia που, αντί να στρέφεται στη λύση της διαφήμισης, έχει δημιουργήσει με τους πελάτες του μια σχέση δούναι και λαβείν: η επιβίωση του εξαρτάται αποκλειστικά από τις εθελοντικές δωρεές των χρηστών. Άρα, όσο πιο πολύ τους τροφοδοτεί με άφθονο ποιοτικό υλικό, τόσο πιο πιθανό είναι να συνεχίσουν να το στηρίζουν, με την ίδια λογική να ισχύει και αντίστροφα.
Αν περιμένετε να αλλάξετε συμπεριφορά χρήστη βλέποντας το The Social Dillema, μην έχετε αυταπάτες· ο εθισμός είναι τόσο ισχυρός που, αυτή τη φορά, ούτε καν η επίγνωση μπορεί να τον νικήσει. Είναι ωστόσο ενδιαφέρον να δούμε τι κρύβεται πίσω από τον πολύχρωμο κόσμο των δικτύων, προκειμένου όταν εμφανιστεί ένα καινούριο στο παρασκήνιο, να σκεφτούμε διπλά και τριπλά το ψυχολογικό κόστος που θα έχει στη ζωή μας πριν πατήσουμε Sign In.
Δείτε το τρέιλερ του ντοκιμαντέρ:
Ντορίνα Παπαγεωργίου