Έγκλημα και τιμωρία στην ελληνική πραγματικότητα

226

Το έγκλημα, η δίκη και η τιμωρία του δράστη είχαν πάντοτε μια σημασία ευρύτερη, οριζόντια, για όλο το κοινωνικό σύνολο, άλλωστε οι σχετικές με την εγκληματικότητα ειδήσεις είναι πρώτες στις προτιμήσεις των θεατών και κύριο θέμα δελτίων ειδήσεων και των μέσων ψυχαγωγίας των ΜΜΕ.

Με την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και την εμπορευματοποίηση της πληροφορίας, το έγκλημα ως τηλεοπτικό προϊόν πλέον, δραματοποιήθηκε και εισέβαλλε στην καθημερινότητα των πολιτών διαμορφώνοντας στην κοινή γνώμη ένα γενικευμένο συναίσθημα φόβου και ανασφάλειας, αλλά και την αντίληψη περί ατιμωρησίας. Υπό την πίεση της κοινής γνώμης, αλλά και την καπηλεία του πολιτικού συστήματος που ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής επένδυσε στην ρητορική του “νόμος και τάξη”, οι δικαστές για να ικανοποιηθεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα, άρχισαν να επιβάλουν ολοένα και μεγαλύτερες ποινές με αποτέλεσμα να γεμίζουν ολοένα και περισσότερο οι φυλακές. Ωστόσο η πολιτεία δεν μερίμνησε για την ανέγερση νέων κατάλληλων σωφρονιστικών καταστημάτων, για να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες, με αποτέλεσμα την ασφυκτική συμφόρηση των υφισταμένων φυλακών. Λόγω του υπερπληθυσμού των φυλακών, διαμορφώθηκαν απαράδεκτες συνθήκες κράτησης για τις οποίες η Ελλάδα άρχισε να δέχεται σωρεία κυρώσεων από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Για να αντιμετωπίσει το διογκούμενο πρόβλημα αποσυμφόρησης των φυλακών η Πολιτεία είχε δύο επιλογές, ή να προβεί στην ανέγερση νέων σωφρονιστικών καταστημάτων, ή να νομοθετήσει την αποκλιμάκωση των ποινών. Ωστόσο η πρώτη επιλογή απαιτούσε μεγάλα χρηματικά κονδύλια από τον κρατικό προϋπολογισμό και η δεύτερη είχε πολύ μεγάλο πολιτικό κόστος. Αντ΄ αυτού προχώρησε στην επιλογή της έμμεσης μείωσης των ποινών, δηλαδή, ενώ επιβαλλόταν πολύ υψηλές ποινές στα κακουργήματα, θεσπιζόταν διατάξεις για υφ’ όρον απόλυση με όλο και χαμηλότερο ελάχιστο όριο έκτισης της ποινής στη φυλακή, με αποτέλεσμα καταδικασθέντες σε πολυετείς ποινές κάθειρξης να αποφυλακίζονται σε μερικά μόλις χρόνια. Αντίστοιχα στα πλημμελήματα διευρύνθηκε ο θεσμός της αναστολής της
ποινής και της μετατροπής της σε χρηματική, φθάνοντας σε κατάσταση γενικευμένης ατιμωρησίας για τα ελαφρά αδικήματα, καθώς πρακτικά ουδείς καταδικασθείς για
πλημμέλημα έμπαινε στην φυλακή εάν είχε χρήματα να εξαγοράσει την ποινή του. Σημειωτέων ότι αρχικά ο ποινικός κώδικας προέβλεπε την μετατροπή της ποινής σε χρηματική, την εξαγορά της δηλαδή, για εγκλήματα με ποινή φυλάκισης μέχρι έξι
μηνών, και κατέληξε με το δεύτερο μνημόνιο, για εισπρακτικούς καθαρά λόγους, να φτάσει στα πέντε χρόνια. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να επιβάλλονται ποινές στα χαρτιά και να γίνει η εξαγορά της ποινής απλώς ένας μηχανισμός εισπράξεων.

Παράλληλα για να αποσυμφορηθούν τα δικαστήρια και οι φυλακές, η πολιτεία άρχισε
ολοένα και περισσότερο να κάνει χρήση της παραγραφής των αδικημάτων δια νόμου, που από το 2005 η τάση αυτή επιταχύνθηκε. Με τους ν. 3346/2005, 4043/2012, 4198/2013 παραγράφηκαν τα μέχρι τότε τελεσθέντα αδικήματα για τα οποία προβλεπόταν ποινή φυλάκισης ενός έτους. Με το ν.4411/2016 παραγράφηκαν όλα τα αδικήματα που προβλεπόταν φυλάκιση μέχρι δύο ετών και τελέστηκαν μέχρι 31.3.2016, και με το ν.4671/2018 παραγράφηκαν ελαφρά αδικήματα κατά τροποποίηση του άρθρου 88 Κ.Π.Δ.

Οι πολίτες ωστόσο αντιλαμβανόταν ότι παρά την επιβολή βαριών ποινών, αρκετοί από όσους τελούσαν εγκλήματα δεν έμπαιναν καθόλου ή πολύ λίγο στη φυλακή, γεγονός που το αντιμετώπιζαν ως γενικευμένη ατιμωρησία. Οι δικαστές ως αποδέκτες αυτής της κριτικής περί ατιμωρησίας, επέβαλαν όλο και βαρύτερες ποινές με σκοπό να αποφευχθεί η ενδεχόμενη συντομότερη αποφυλάκιση, ενώ ο νομοθέτης για κάθε νέα περίπτωση εγκλήματος που απασχολούσε την δημοσιότητα, θέσπιζε νέο κακούργημα ή ειδικές προβλέψεις απαγόρευσης της αναστολής εκτέλεσης της ποινής.

Αποτέλεσμα αυτού του φαύλου κύκλου ήταν ο ποινικός κώδικας με 400 και πλέον τροποποιήσεις από το 1950 και την ψήφιση εκατοντάδων ειδικών νόμων να έχει καταντήσει «κουρελού», οι επαπειλούμενες ποινές των πλημμελημάτων να έχουν χάσει την αξία τους, και οι φαινομενικά εξοντωτικές πολυετείς ποινές κάθειρξης να ισοδυναμούν στην πράξη με ολιγόχρονη παραμονή στην φυλακή.

Συνεπώς η αναμόρφωση εκ βάθρων της ποινικής νομοθεσίας κατέστη τα τελευταία χρόνια απαραίτητη όσο ποτέ. Οι σχετικές πρωτοβουλίες είχαν αναληφθεί ήδη από το 2010 και οι νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, ολοκλήρωσαν τα σχέδια νόμου του Ποινικού Κώδικα και της Ποινικής Δικονομίας ήδη από τον Σεπτέμβρη του 2014. Ο νέος Ποινικός Κώδικας, που τέθηκε σε ισχύ από 1.7.2019 εν μέσω προεκλογικής περιόδου και πολιτικών αντιπαραθέσεων, είχε ως κύριο χαρακτηριστικό τον εξορθολογισμό των ποινών για να γίνουν μικρότερες, αλλά να εκτίονται. Για τα ελαφριά πλημμελήματα, μέχρι τα τρία χρόνια φυλάκισης καταργήθηκε η εξαγορά της ποινής και αντικαταστάθηκε με μετατροπή της φυλάκισης σε κοινωφελή εργασία. Για τα βαριά πλημμελήματα με πλαίσιο απειλούμενης ποινής τα 3 με 5 έτη, που στην ουσία είναι τα κακουργήματα που τιμωρούνται με 5-10 έτη κάθειρξης, οι ποινές θα εκτίονται. Παράλληλα οι χρηματικές ποινές και η παροχή κοινωφελούς εργασίας
προβλέφθηκαν ως αυτοτελείς και ελαστικές κυρώσεις για ευρείες κατηγορίες αδικημάτων, και ο θεσμός της εναλλακτικής έκτισης των ποινών (με ηλεκτρονική παρακολούθηση, κατ’ οίκον κλπ) διευρύνθηκε.

Εν τούτοις, πριν καν δοκιμαστεί στην πράξη το νέο σύστημα ποινών, η κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του Ιουλίου του 2019, έσπευσε λίγους μόνο μήνες μετά την θέση σε ισχύ των νέων κωδίκων (ποινικού και κώδικα ποινικής δικονομίας), με τον Ν. 4623/2019 (άρθρο 98) να αναστείλει επ’ αόριστον την εφαρμογή των διατάξεων του ΠΚ για την κοινωφελή εργασία, προβάλλοντας ως δικαιολογία την έλλειψη υποδομών σε δήμους και σε κρατικούς φορείς, καθιστώντας τις σχετικές θετικότατες διατάξεις, γράμματα άνευ περιεχομένου. Ένα μόλις χρόνο μετά την τόσο αναγκαία και πολλά υποσχόμενη αναμόρφωση του ποινικού μας δικαίου, είναι πλέον ορατός ο κίνδυνος να δημιουργηθεί ένας νέος φαύλος κύκλος στην απονομή της δικαιοσύνης, λόγω της αδυναμίας της πολιτείας να εφαρμόσει στην πράξη τον νόμο, εξαιτίας της έλλειψης υποδομών και έμψυχου δυναμικού.

Εν κατακλείδι θεωρώ ότι ο νέος ποινικός κώδικας, η διαδικασία τροποποίησης του οποίου είχε ξεκίνησε εδώ και 10 χρόνια, από μια σειρά πολύ σοβαρών νομοπαρασκευαστικών επιτροπών, που στελέχωσαν καταξιωμένοι και διαπρεπείς νομικοί που εργάστηκαν πέραν πολιτικών ή άλλων σκοπιμοτήτων, με μοναδικό στόχο τον εξορθολογισμό του ποινικού μας δικαίου για να συμβαδίσει με αυτά των υπολοίπων ευρωπαϊκών κρατών, στοχοποιείται αδίκως. Διαστρεβλώνεται στον βωμό του πολιτικού στίβου το περιεχόμενο των νέων διατάξεων και χρησιμοποιείται δυστυχώς κατά κόρον στον δημόσιο διάλογο, ως μέσο πολιτικών αντιπαραθέσεων, με την δημιουργία εσφαλμένων εντυπώσεων, με αποτέλεσμα ακόμη μια απόπειρα αναμόρφωσης του πολύπαθούς συστήματος απονομής δικαιοσύνης της χώρας μας να τεθεί στις γνωστές «ελληνικές καλένδες».

Παναγιώτης Ι. Γεωργιάδης
Δικηγόρος Παρ΄Αρείω Πάγω