Του Γιάννη Μπράχου*

Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στην μετά-πανδημία εποχή, αντιμετωπίζουν νέο πλαίσιο πιέσεων με όρους εθνικής ασφάλειας και ανθεκτικότητας, οι οποίες επαναπροσδιορίζουν την αλληλεπίδραση των κρατών με τον παγκοσμιοποιημένο ιδιωτικό τομέα.

Η εναρκτήρια συνάντηση του Συμβουλίου Εμπορίου και Τεχνολογίας ΕΕ-ΗΠΑ (TTC), 28/9/2021, διεξήχθη υπό τη σκιά της τριμερούς εταιρικής σχέσης ΗΠΑ-Βρετανίας-Αυστραλίας (AUKUS). Ευρωπαίοι αναλυτές έχουν αμφιβολίες για την αναθέρμανση των διατλαντικών οικονομικών σχέσεων, καθώς το ανακοινωθέν μετά τη συνάντηση απεικονίζει την ευρύτερη μεταβολή στις σχέσεις κυβερνήσεων και της παγκοσμιοποίησης.

Η άνοδος του ανταγωνισμού των ισχυρών οικονομικών δυνάμεων, ως αποτέλεσμα της πανδημίας, οι συγκρούσεις σε γεωπολιτικό επίπεδο και η στροφή προς την εθνική βιομηχανική πολιτική, είναι τα τρία στοιχεία του Ανακοινωθέντος της συνάντησης.

Σε προηγούμενες φάσεις της παγκοσμιοποίησης οι εμπορικές συζητήσεις μεταξύ κρατών είχαν στο επίκεντρο την θέσπιση ρυθμίσεων για τη δημιουργία από τον ιδιωτικό τομέα των εφοδιαστικών αλυσίδων, ο οποίος ανελάμβανε τη διαχείριση των εθνικών πόρων.

Ο ιδιωτικός τομέας απολάμβανε την πλήρη εμπιστοσύνη των κρατών στην αποτελεσματική διαχείριση των πόρων, μέσω της αποκεντρωμένης λήψης αποφάσεων. Μετά την πανδημία, ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-Κίνας και ΗΠΑ-Ρωσίας, περιόρισε την παντοδυναμία των πολυεθνικών στην λήψη οικονομικών αποφάσεων, θέτοντας κριτήρια εθνικής ασφαλείας και ανθεκτικότητας, με το κράτος να παρεμβαίνει σε κρίσιμες οικονομικές αποφάσεις στις υπό διαμόρφωση νέες εφοδιαστικές αλυσίδες.

Στην προ-πανδημίας περίοδο οι διατλαντικές διαπραγματεύσεις εστιάζονταν στην ευθυγράμμιση του κανονιστικού πλαισίου στο διεθνές εμπόριο, στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, με εξαίρεση την στρατιωτική βιομηχανία και την βιομηχανική ασφάλεια, ώστε οι εφοδιαστικές αλυσίδες να αναπτύσσονται χωρίς τους περιορισμούς των εθνικών συνόρων.

Στο ανακοινωθέν της πρώτης συνάντησης για το εμπόριο ΕΕ-ΗΠΑ (TTC) δίνεται η έμφαση στις λειτουργίες και στις γεωγραφικές θέσεις συγκεκριμένων εφοδιαστικών αλυσίδων και λοιπών δραστηριοτήτων του ιδιωτικού τομέα, με την επισήμανση ότι ενδέχεται να απαιτηθεί τα κράτη να τις «διαχειριστούν ενεργά», ώστε να εξασφαλισθεί η “ασφάλεια και ανθεκτικότητα”.

Αυτή η διατύπωση συνιστά σημαντική μεταστροφή στην αντίληψη της λειτουργίας των εφοδιαστικών αλυσίδων, αποτυπώνοντας  την προσπάθεια της ΕΕ και των ΗΠΑ να διαχειριστούν το περίπλοκο παγκοσμιοποιημένο δίκτυο εφοδιαστικών αλυσίδων εν μέσω της πανδημίας.

Όταν διαπιστώθηκε η συμφόρηση στις εφοδιαστικές αλυσίδες λόγω πανδημίας, έγιναν εκπληκτικές δημόσιες δαπάνες για την παραγωγή εμβολίων και τον εμβολιασμό του πληθυσμού.

Στην συγκυρία αυτή, οι ΗΠΑ εκμεταλλεύτηκαν τον έλεγχο και την επιρροή τους σε βασικά τμήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας ημιαγωγών προκειμένου να περιορίσουν την πρόσβαση της Κίνας σε προηγμένες τεχνολογίες. Η επιλογή αυτή έδειξε ότι συγκεκριμένες τεχνολογικές και οικονομικές διασυνδέσεις, απόρροια των εφοδιαστικών αλυσίδων, απετέλεσαν τρωτά σημεία της εθνικής ασφαλείας των ΗΠΑ.

Σε άλλο σημείο του ανακοινωθέντος περιλαμβάνεται η δέσμευση στην “ανάπτυξη κοινού οράματος και οδικού χάρτη” για την τεχνολογία 6G. Άλλη μία αλλαγή, η τεχνολογική εξέλιξη που ήταν στα χέρια των πολυεθνικών εταιρειών σε κοινοπραξίες με σημαντικές κινεζικές εταιρείες, αποτελεί πλέον παρελθόν και το αντικείμενο καθορίζεται από διακρατικές συμφωνίες, το οποίο εκτελείται από ιδιώτες.

Στην πράξη, η αλλαγή αυτή είναι πιθανό να προχωρήσει περισσότερο, με την προσέγγιση του ιδιωτικού τομέα και της δημόσιας πολιτικής με έμφαση στην εθνική παραγωγή. Στο παρελθόν η προτεραιότητα δόθηκε στη κερδοφορία και στη μείωση του κόστους παραγωγής έναντι της ασφάλειας, της βιωσιμότητας και της ανθεκτικότητας.

Η πανδημία ανέτρεψε την τάση αυτή, καθώς πέραν της ασφάλειας και ανθεκτικότητας, η πράσινη μετάβαση απαιτεί αναδιάρθρωση ολόκληρων οικονομικών κλάδων και μεγαλύτερο έλεγχο της δομής της παγκόσμιας οικονομίας.

Η ΕΕ και οι ΗΠΑ φαίνεται να έχουν διαφορετικές γεωπολιτικές προτεραιότητες, οι οποίες θα μπορούσαν να εμποδίσουν την ουσιαστική σύμπλευση στο νέο περιβάλλον, όπως  στον τεχνολογικό ανταγωνισμό ΗΠΑ-Κίνα ή στην ένταξη της Κίνας στη παγκόσμια αγορά με σεβασμό των εμπορικών κανόνων.

Η ΕΕ σε αντιδιαστολή με τις ΗΠΑ επιδιώκει να λειτουργεί με στρατηγική αυτονομία ενίσχυσης της ευρωπαϊκής οικονομίας στη παγκόσμια αγορά, με έμφαση στους εμπορικούς κανόνες και στόχο την αποφυγή του αυξανόμενου ανταγωνισμού ισχύος.

Πιθανές, όμως, μελλοντικές ανισορροπίες στην παγκόσμια οικονομία, οι οποίες σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, τις εφοδιαστικές αλυσίδες, και γεωπολιτικές ισορροπίες καθιστούν ευάλωτη την ευρωπαϊκή προτεραιότητα.

Η ελληνική κυβέρνηση υποτιμά την ανάγκη προσαρμογής της πολιτικής της στο μετα-πανδημία διεθνές οικονομικό περιβάλλον και τις συντελούμενες γεωπολιτικές αλλαγές, ακολουθώντας πρακτικές του παρελθόντος, όπως φαίνεται στον σχεδιασμό του Ταμείου Ανάκαμψης και την αντίληψη της αναβλητικής διπλωματίας.

Το Ταμείο Ανάκαμψης εκχωρεί τις επενδυτικές αποφάσεις αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα, ενώ οι οικονομικές επιλογές με γεωπολιτικό περιεχόμενο αντιμετωπίζονται ως τεχνικό θέμα. Με αυτή την πρακτική η χώρα μας έχει απροσδιόριστο ρόλο στις διαμορφούμενες εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ η οικονομική δραστηριότητα περιορίζεται πέραν του τομέα της ενέργειας, κυρίως στις υπηρεσίες και ιδιαίτερα στον τουρισμό.

Στην μετά-πανδημία εποχή η οικονομική διπλωματία δύσκολα διαχωρίζεται από την διπλωματία της ασφάλειας και της ανθεκτικότητας. Οι απαιτήσεις των καιρών απαιτούν η καθημερινή πολιτική διαχείριση να είναι δημιουργική και να προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα με ταχύτητα, ειδάλλως εφαρμόζει τις αποφάσεις και τα νέα τετελεσμένα.#menoumespeedy

*Ο Γιάννης Μπράχος είναι Οικονομολόγος (Msc, PhD Econ)-πρώην Γενικός Γραμματέας Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων Υπουργείου Εξωτερικών.