Του Παναγιώτη Γεωργιάδη*

Ο Υπουργός δικαιοσύνης κ. Τσιάρας παρουσίασε στις 24-02-2021 στο υπουργικό συμβούλιο, Νομοσχέδιο που θα τεθεί άμεσα σε διαβούλευση, το οποίο επιφέρει ριζικές αλλαγές στο Οικογενειακό δίκαιο εκ των οποίων οι βασικότερες είναι οι ακόλουθες :

α) η κατ΄ αρχήν υποχρεωτική κοινή άσκηση της γονικής μέριμνας και επιμέλειας από τους δύο γονείς

β) η επικοινωνία που δεν μπορεί να είναι σε χρόνο μικρότερη από το 1/3 του χρόνου συνολικά για τον γονέα που δεν διαμένει με το παιδί.

δ) η δυνατότητα στους γονείς για τους οποίους οι δικαστικές αποφάσεις για την επιμέλεια των παιδιών τους δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες, να προσφύγουν εντός προθεσμίας δύο ετών από την δημοσίευση του νέου νόμου, δικαστικά και να τις τροποποιήσουν αναδρομικά, σύμφωνα με τον νέο νόμο.

Οι νέες διατάξεις όπως παρουσιάστηκαν προκάλεσαν την ΄΄μήνη΄΄ των γυναικείων και φεμινιστικών οργανώσεων, που απορρίπτουν συλλήβδην το νομοσχέδιο, θέτοντας βάσιμους προβληματισμούς που επικεντρώνονται κυρίως στα ακόλουθα :

α) τι θα συμβεί στις περιπτώσεις που υπάρχει ενδοοικογενειακή βία; Πώς θα πιστοποιείται η κακοποίηση και πόσο γρήγορα, σε ένα πλαίσιο που θα κάνει a pri ori αναγκαστική την συνεπιμέλεια, με δεδομένο ότι οι καταγγελίες για ενδοοικογενειακή βία στην δικαστηριακή πρακτική χρειάζονται τουλάχιστον 4 χρόνια για να κριθούν τελεσίδικα;

β) πως θα λειτουργήσει στην πράξη η εναλλασσόμενη κατοικία; σε ποιο σχολείο θα πηγαίνει το παιδί, σε ποιο φροντιστήριο και με ποιες εξωσχολικές δραστηριότητες θα μπορεί να απασχοληθεί, σε περίπτωση που οι κατοικίες των γονιών βρίσκονται σε διαφορετικές περιοχές (ειδικά στην Αθήνα που οι αποστάσεις μπορεί να ξεπερνούν ακόμη και τα 70 χλμ) ;

γ) ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στην καθημερινότητα του παιδιού σε περίπτωση που οι δύο γονείς έχουν τελείως διαφορετικές αντιλήψεις για την ανατροφή του; πχ. εάν ο ένας γονιός, θέτει άλλα όρια στο διάβασμα ή στην ώρα του ύπνου ή στην πειθαρχία κλπ. σε σχέση με τον άλλο.

δ) ποιες θα είναι οι επιπτώσεις του νέου νόμου σε παλαιότερες αντιδικίες σε σχέση με το ύψος της καταβαλλόμενης διατροφής και την μετοίκηση ;

Στον αντίποδα οι υπέρμαχοι της συνεπιμέλειας και το λόμπυ των ενεργών μπαμπάδων, νιώθουν δικαιωμένοι, δηλώνοντας ότι έχει έρθει η ώρα για να γίνει πράξη η πολυετής διεκδίκησή τους για περισσότερο και ποιοτικότερο χρόνο με τα παιδιά τους. Προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης ισχύει η συνεπιμέλεια και μια σειρά μελετών και εκθέσεων ψυχολόγων που συγκλίνουν στην άποψη ότι αυτό το μοντέλο ανταποκρίνεται με τον καλύτερο τρόπο στις ανάγκες του παιδιού.

Οι ανωτέρω εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις έχουν προκαλέσει μεγάλη αντιπαράθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με γενικεύσεις και αφορισμούς ΄΄οπαδικού ύφους΄΄, χάνοντας την ουσία του προβλήματος που είναι τα ίδια τα παιδιά. Δυστυχώς τα παιδιά αποτελούν τα «αθώα θύματα» ενός διαζυγίου με σκληρή αντιδικία, διότι σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται ως ΄΄όπλα΄΄ για να πληγεί ο άλλος γονέας πχ. όταν ο υπόχρεος σε διατροφή πατέρας για λόγους εκδίκησης δεν καταβάλλει από κακοβουλία διατροφή, ή όταν η μητέρα θέλει να βλάψει τον πρώην σύζυγο στερώντας του τα παιδιά, ή όταν ο κάθε γονέας δεν θέλει τα παιδιά του να βρίσκονται δίπλα στον/στην νέο/νέα σύντροφο του άλλου γονέα.

Εάν οι γονείς έχουν την ωριμότητα να γεφυρώσουν τις διαφορές τους και να συνεννοηθούν στα βασικά, χάριν των παιδιών τους και με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο μπορούν να υιοθετήσουν το μοντέλο της συνεπιμέλειας ή της ελεύθερης επικοινωνίας και να μετέχουν αμφότεροι ακώλυτα στην ζωή των παιδιών τους, με ευεργετικές επιπτώσεις στην υγιή διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσης τους. Οι γονείς που δεν μπορούν, δεν θέλουν, ή δεν έχουν την ικανότητα να παραμερίσουν τις διαφορές τους δεν θα μπορούν να το κάνουν, ούτε με την υποχρεωτικότητα της συνεπιμέλειας με κίνδυνο να εμπλακούν σε ακόμη μεγαλύτερη και σφοδρότερη αντιδικία, καθώς αφενός μεν κατά συντριπτική πλειοψηφία θα επιδιώξουν να μεταρρυθμίσουν αναδρομικά προηγούμενες αποφάσεις, αφετέρου διευρύνεται υπέρμετρα το πεδίο της αντιδικίας.

Κλειδί για την επιτυχία αποτελεί ο συγκερασμός των ακραία αντικρουόμενων θέσεων, μέσω της ΄΄φιλικής δικαιοσύνης΄΄:

Με την προώθηση του θεσμού της διαμεσολάβησης, χωρίς όμως πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση των εμπλεκομένων και την ενίσχυση των υποστηρικτικών κρατικών υπηρεσιών.
Με την ίδρυση Οικογενειακού Δικαστηρίου που θα στελεχώνεται από αποκλειστικής απασχόλησης εξειδικευμένους οικογενειακούς δικαστές, οι οποίοι θα απασχολούνται αποκλειστικά για πέντε χρόνια με τέτοιες υποθέσεις, με την υποστήριξη επιστημονικού προσωπικού. Γονείς και παιδιά θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε ενημέρωση από οικογενειακούς συμβούλους, παιδοψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και επιμελητές ανηλίκων.
Με την ίδρυση κατ’ εφαρμογή του Ν. 2447/1996, σώματος οικογενειακών κοινωνικών λειτουργών, με επαρκή και κατάλληλη στελέχωση και τα αναγκαία υλικοτεχνικά μέσα, που θα ενισχυθεί με ψυχολόγους.
Με την θέσπιση ενιαίου εθνικού πρωτοκόλλου ενεργειών, με διαγνωστικά τεστ, ενιαία θεραπεία, και επιστημονική αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας (ψυχικής, σωματικής, σεξουαλικής), των ψευδών κατηγοριών, της γονικής αποξένωσης κλπ.
Εάν για ακόμη μια φορά θεσπιστούν νέες διατάξεις χωρίς την απαιτούμενη, για την ορθή εφαρμογή τους, ενίσχυση των εμπλεκόμενων υπηρεσιών και δομών του κράτους, ελλοχεύει ο κίνδυνος, να καταλήξουν κενό γράμμα, ή να δημιουργήσουν πολύ μεγαλύτερα προβλήματα από όσα φιλοδοξεί ο νομοθέτης να επιλύσει, δυστυχώς σε βάρος των παιδιών που είναι τα αθώα θύματα.

*Ο Παναγιώτης Γεωργιάδης είναι Δικηγόρος Παρ΄ Αρείω Πάγω και
Μέλος ΔΣ – υπεύθυνος Δημοσίων σχέσεων του ινστιτούτου καταναλωτών Ν.ΙΝΚΑ