Γράφει ο Μιχάλης Καραγιάννης 

Σήμερα, είναι φανερό όσο ποτέ άλλοτε ότι χρειαζόμαστε πλέον μια άλλη προοπτική, ένα άλλο μοντέλο κοινωνίας, ένα άλλο κοινωνικό σύστημα, που να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτά τόσο των κοινωνιών της Δύσης, αλλά και της Ανατολής. Και αυτό δεν είναι μόνο τοπικό αίτημα, αλλά αποκτά ένα οικουμενικό νόημα.

Ο κορυφαίος Ιταλός πολιτικός Ενρίκο Μπερλινγκουέρ την δεκαετία του 1970, ήταν από τους πρώτους θεωρητικούς που συνέλαβε το νόημα της δυνατότητας μετασχηματισμού της κοινωνίας στην οποία ζούμε, σύμφωνα με τις αρχές της ισότητας, της ελευθερίας, της αλληλεγγύης και της δημοκρατίας.

Εάν συμφωνούμε σε αυτά, πρέπει να μιλήσουμε με αλήθειες και να τις δούμε χωρίς εμπόδια.

Να τις ερευνήσουμε και να μιλήσουμε ανοιχτά για τις βάρβαρες συνθήκες της σημερινής καθημερινότητας και να σκεφτούμε εκείνους που υποφέρουν κάτω απ’ αυτές, εάν επιδιώκουμε παράλληλα την βελτίωση των όρων.

Ποια είναι όμως η σημερινή αλήθεια; Μιλάμε για μεμονωμένα συμβάντα βίας και άρα τελειώνουμε αποτυπώνοντάς τα με έναν εύκολο όρο; Σαφέστατα όχι.

Ρατσισμός, σεξισμός, ξενοφοβία, ομοφοβία, ρητορική με σχόλια μίσους, αγένεια και ιδιοτέλεια στις σχέσεις, bullying στο σχολείο, bullying στην εργασία, απαξίωση του περιβάλλοντος, κακομεταχείριση ζώων, θρησκευτικός φανατισμός, επιθετική και εγκληματική οδηγική συμπεριφορά, συμπλεγματική σχέση γονέων με τα παιδιά τους, βιασμοί, παιδεραστία, κακοποίηση, γυναικοκτονίες και ενδοοικογενειακή βία, οργανωμένη διακίνηση ναρκωτικών, υποβάθμιση και υποτίμηση της τέχνης, χρηματισμοί πολιτικών, ρηχός πολιτικός λόγος είναι πλέον τραγικά συστατικά στοιχεία αλλοτρίωσης και σήψης της ελληνικής κοινωνίας.

Όλα συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους και συνθέτουν μια νέα υποκουλτούρα έντονης παρακμής. Έχει αντικατασταθεί η ακεραιότητα, η εντιμότητα, η ενσυναίσθηση και η συλλογική αλληλεγγύη με έναν εγωισμό προσηλωμένο στην ιδέα μόνο του προσωπικού οφέλους και παγιώνεται μία πλήρη αδιαφορία στις ηθικές αξίες που παράγουν πολιτισμό, σεβασμό και γέννηση σκέψης.

Παράλληλα δεν μπορούμε να μην δούμε το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία σημαδεύτηκε από πολυετή οικονομική κρίση, αυστηρή λιτότητα και μνημόνια, ενώ ήδη είχε προηγηθεί η χρεοκοπία νοικοκυριών με την ιστορία του χρηματιστηρίου και η παράλληλη αφαίμαξη του ελληνικού δημοσίου με τα σκάνδαλα των ολυμπιακών αγώνων, τα εξοπλιστικά προγράμματα, τις προμήθειες και το άδειασμα των ασφαλιστικών ταμείων.

Ακόμη δε, πολύ πιο πριν από αυτά, είχε προϋπάρξει η κακή επιλογή και εκλογή τοπικών δημοτικών και θρησκευτικών αρχόντων που για δεκαετίες, καθόρισαν ανεξίτηλα την πορεία ολόκληρων γεωγραφικών περιοχών με οικονομικά σκάνδαλα, ρητορικές μισαλλοδοξίας, ακραίους λόγους.

Ταυτόχρονα, σε μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου, ο φανατισμός αποδείχτηκε το πιο χρήσιμο εργαλείο τους για την κάλυψη της ανεπάρκειά τους και την ταυτόχρονη άντληση ψήφων.

Έτσι κάποιοι εργαλειοποίησαν την προσφυγική κρίση για να δημιουργήσουν πατριώτες, εργαλειοποίησαν την συμφωνία των Πρεσπών κατασκευάζοντας πρόσκαιρα μακεδονομάχους, εργαλειοποίησαν την πανδημία και ενθάρρυναν τους αντιεμβολιαστές.

Όλοι θυμόμαστε επίσης, το σκοταδιστικό κάψιμο βιβλίων, το κατέβασμα θεατρικών παραστάσεων και την φασαρία για αλλοδαπούς μαθητές που έπρεπε να σηκώσουν την ελληνική σημαία στις παρελάσεις. Όταν το 2016 παρουσιάστηκαν οι πρώτοι πρόσφυγες μαθητές από τα camp προσφύγων στα κοντινά σχολεία, οι συνθήκες πόλωσης, φανατισμού και ρατσιστικού μίσους που εκτυλίχθηκαν για αυτά τα παιδάκια «εχθρούς», ήταν ντροπή για την ελληνική και ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Έτσι, μιλάμε για μία γενιά που δεν έζησε άλλες συνθήκες πέραν της διαφθοράς, του φανατισμού, του διχασμού, της διαρκούς λιτότητας, της οικονομικής κρίσης κι ανέχειας. Και όταν μιλάμε για παραβατικότητα νέων, στα παιδιά αυτής της γενιάς αναφερόμαστε. Η απογοήτευση τους είναι μεγάλη και κινητοποίησε τα συναισθήματα του θυμού και του φόβου μαζί, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μίγμα αντίδρασης και αμφισβήτησης στις αξίες. Έγιναν περισσότερο εσωστρεφείς και λιγότερο ανεκτικοί.

Έτσι συντελέστηκε βίαια και καθιερώθηκε ως κυρίαρχη, η αντίληψη της μη αποδοχής στο διαφορετικό και αδύναμο. Και από εκεί άρχισε να διαποτίζει όλες τις κοινωνικές συμπεριφορές, είτε στο γήπεδο, είτε στη δουλειά, είτε στο σχολείο, είτε στη γειτονιά.

Για αυτόν τον κόσμο, οι έννοιες της συμπερίληψης, της δημοκρατίας, της ένταξης, της ενσωμάτωσης, της αποδοχής, της αλληλεγγύης, ενώ φαίνονται καλές ως ακούσματα, στην πράξη αποφεύγεται οποιαδήποτε σύνδεση με αυτές τις έννοιες και ενεργεί εχθρικά.
Και ενώ συνέβαιναν αυτά, η οποιαδήποτε έκφραση υγιούς σκέψης και τέχνης δεν γνώριζε καμίας προβολής και τύχης.

Η τηλεόραση, πρόβαλλε και προβάλλει οτιδήποτε το ρηχό και αποφεύγει την σύνδεσή της με ανθρώπους και γεγονότα που μπορούν να εμπνεύσουν και να επηρεάσουν θετικά.

Στην μουσική, αναπαράγεται ως κυρίαρχο ένα είδος μουσικής, εγχώριο και ξένο, με ένα μόνο τέμπο, έναν μόνο ρυθμό, με στίχους δίχως περιεχόμενο ή συχνά με λόγια μίσους. Δεκαετίες σημαντικότατης, σπουδαίας, όμορφης, μελωδικής, λυρικής, ελληνικής και ξένης μουσικής με ποιοτικό περιεχόμενο που πάντοτε συνέβαλλε στην αφύπνιση, στην έμπνευση, στον έρωτα, ξαφνικά χάθηκαν σε λίγα χρόνια. Δεν ακούγονται πουθενά.

Μία πόλη σαν τη Θεσσαλονίκη, είναι γεμάτη από αθλητικά ραδιόφωνα, σάιτ, συνδέσμους, αθλητικούς δημοσιογράφους, αλλά δεν υπάρχει ούτε ένα ραδιόφωνο λόγου ή τέχνης. Πολιτιστικά ιδρύματα και στέγες της πόλης, αναζητούν μάταια χορηγούς, προκειμένου να πραγματοποιήσουν μία σημαντική έκθεση, αλλά οι χορηγοί εμφανίζονται αμέσως σε μια νύχτα για οποιαδήποτε αθλητική διοργάνωση. Στην Θεσσαλονίκη την δεκαετία του 1990 υπήρχαν 80 εναλλακτικές θεατρικές σκηνές. Σήμερα με περισσότερο πληθυσμό, ούτε 5.

Αξιόλογοι πολυχώροι τέχνης όπως ο Μύλος, απαξιώθηκαν και έκλεισαν όλοι. Το αστικό τοπίο άλλαξε δραματικά. Ενώ σε κάθε γωνιά του κέντρου υπήρχαν όμορφα καφέ, για συζήτηση κοινωνικές σχέσεις και χαλάρωση, αντικαταστάθηκαν με σύγχρονα μπακάλικα-ψιλικά με σνακ, σακούλες παιχνιδιών και καφέ στο χέρι. Αν όλα αυτά, ήταν σενάριο ταινίας, θα χαρακτηριζόταν σίγουρα δυστοπικό.

Ταυτόχρονα, μία παρενέργεια αυτών των συνθηκών στην Ελληνική εκπαίδευση, είναι η φυγή των εκπαιδευτικών από το σχολείο, η παραίτηση τους. Είναι η μεγαλύτερη φυγή υπαλλήλων που συμβαίνει στο δημόσιο τομέα. Ο λόγος; Αυτή η γενιά για την οποία μιλάμε, που ως γονείς γνώρισαν βιωματικά σαν συνηθισμένα, τα κοινωνικά στερεότυπα που αναφέρθηκα προηγουμένως, προωθούν την τοποθέτησή τους κοινωνικά και αξιακά ως σπουδαιότεροι και ανώτεροι έναντι των δασκάλων των παιδιών τους, λες και αυτό ήταν ποτέ το ορόσημο της μεταξύ τους σχέσης και υποτιμούν και απαξιώνουν με παντελή έλλειψη σεβασμού το έργο τους, αποθεώνοντας ταυτόχρονα τα παιδιά τους ως τα εκλεκτά αυτού του κόσμου.

Την ολοένα και μεγαλύτερη παραβατικότητα των παιδιών τους δεν την αναγνωρίζουν, δεν την παραδέχονται, αντίθετα λοιδορούν και καταγγέλλουν όποιον τολμήσει να την αποκαλύψει.

Ο ρόλος του δυνατού, του νταή του ισχυρού, αποτελεί το αποδεκτό πρότυπο συμπεριφοράς. Τα τάγματα συμμορίας μαθητών είναι πλέον συνηθισμένα.

Οι δάσκαλοι βάλλονται αλύπητα σαν αποδιοπομπαίοι τράγοι, για κάθε έλλειμα της κοινωνίας και τα ΜΜΕ παπαγαλίζοντας, φροντίζουν συνεχώς με επιμέλεια, να μειώνουν το κύρος τους και του δημόσιου σχολείου ταυτόχρονα, ενώ ούτε μία φορά στην 3ετή ήδη πανδημία που ζούμε, δεν εξήραν τις υπεράνθρωπες προσπάθειες τους να κρατήσουν όρθια την εκπαίδευση. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, δεν αποτελεί επομένως καμία έκπληξη, η στάση αυτών των γονέων και τοπικών κοινωνιών να συμμετέχουν σε αποκλεισμούς και να αρνούνται να δεχτούν ως συμμαθητές των παιδιών τους, παιδιά ξένα προσφυγόπουλα, αλλόθρησκα και διαφορετικά.

Κι ενώ πασχίζουμε να ξαναβρούμε τους τρόπους ανάτασης, ζούμε την απόλυτη αντίφαση. Καθώς η πανδημία συνεχίζεται και μάλιστα εν μέσω τρομακτικής ακρίβειας, γίνεται ξανά λόγος για επιστροφή στην λιτότητα.

Γι’ αυτό όσο ποτέ χρειάζεται να αλλάξει η ποιότητα και το περιεχόμενο του πολιτικού και δημόσιου λόγου.

Να γίνει πάλι πιο ανθρώπινος, πιο ελκυστικός, να εμπνέει ενσυναίσθηση

Μην υποτιμούμε τη δύναμη του λόγου, μην το ξεχνάμε. Με τον λόγο οι άνθρωποι κινητοποιούνται, συμμετέχουν, θυμώνουν, αντιδρούν, αγαπούν, επηρεάζουν, σέβονται.

Αλήθεια πόσο συχνά ακούμε στον πολιτικό λόγο για τις συνθήκες ζωής στη γειτονιά; Γιατί απέχει από τον δημόσιο λόγο η προτροπή για καθαριότητα, για σεβασμό και αγάπη στο μέρος που ζούμε;

Ο κόσμος πλέον όχι μόνο μισεί τους άλλους, αλλά και το περιβάλλον στο οποίο ζει ή εργάζεται. Ο βανδαλισμός στους δημόσιους χώρους, ο μη σεβασμός στα μνημεία, η μη τήρηση καθαριότητας στα πεζοδρόμια, στους δρόμους, στις πλατείες, στην εξοχή, οι αυθαίρετες κακοτεχνίες και παρεμβάσεις παντού, όλα έγιναν συνήθεια.

Κυρίως εμείς, πρέπει να δώσουμε τις απαντήσεις και λύσεις. Χρειάζεται θάρρος, αποφασιστικότητα και τόλμη να υποστηρίξουμε δημόσια και σθεναρά ότι απορρίπτουμε όλες τις πρακτικές που μας οδήγησαν εδώ. Για να βαδίσουμε προς το δρόμο της κοινωνικής δικαιοσύνης και της κοινωνικής γαλήνης και ισορροπίας, πρέπει να οικοδομήσουμε μία νέα κοινωνία με τη συμβολή συλλογικοτήτων και οργανώσεων και με μία ισότιμη προσέγγιση όλων των θέσεων κοινωνικών αιτημάτων, κινημάτων και προοδευτικών δυνάμεων.

 

Να δημιουργήσουμε περιβάλλον και συνθήκες ανοχής και υποστήριξης στο διαφορετικό, στο άλλο. Να διεκδικήσουμε την ηγεμονία μας σε ένα δημοκρατικό πλουραλιστικό σύστημα. Με εργαλεία την ενδυνάμωση της δημοκρατίας, της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας, του δικαίου, η αλλαγή της συμπεριφοράς θα είναι εφικτή και εγγυημένη τόσο από τις επιλογές των κατάλληλων και ικανών προσώπων, όσο και από τη θέση αυτής της συμπεριφοράς αξιακά, στο εσωτερικό του πολιτικού χώρου.

Να είναι ουσιαστικά η ιστορική γραμμή με την οποία θα πρέπει να συμμορφωθούν όλα τα κόμματα. Η διατύπωση των θέσεων να νοηματοδοτεί εφαρμόσιμες και κατανοητές προτάσεις και παράλληλα να δημιουργεί ρήγματα στις παγιωμένες αποτυχημένες θέσεις και πρακτικές. Για την προβολή τους, προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στον παράγοντα επικοινωνία, καθώς αυτή κινητοποιεί και επηρεάζει γρήγορα. Στόχος να είναι η προοπτική, η ελπίδα, η
αισιοδοξία και η αλλαγή, γιατί τα συσσωρευμένα αρνητικά συναισθήματα, μόνο την παραίτηση μπορούν να επιφέρουν.

Να μην ξεχνάμε όμως, το μεγάλο μας όπλο, την αλληλεγγύη. Αυτή είναι το μέσο για να καταπολεμήσουμε ριζικά αυτό το υπάρχον σύστημα που βρίσκεται σε βαθιά και δομική κρίση και αποδυναμώνει συνεχώς τους πολίτες. Μέσω της αλληλεγγύης θέτουμε τις ασφαλείς βάσεις υπέρβασης.

Γιατί αυτές οι δράσεις και οι συνέργειές μας σε κάθε αδύναμη ή ευάλωτη ομάδα, ενδυναμώνουν την αποδοχή, ξυπνούν την ενσυναίσθηση και δημιουργούν θετικό κλίμα μέσα στην κοινότητα που ζούμε. Δεν είναι πάντοτε εύκολη αυτή η πορεία, αλλά μόνο έτσι μπορεί να διαχωριστεί ο φασισμός και ο ρατσισμός από τη δημοκρατία.

Μιλάμε για έναν μετασχηματισμό της κοινωνίας προς όφελός της. Και αν στόχος μας είναι η δίκαιη ανάπτυξη και δίκαιη μεταχείριση όλων, πρέπει να εγκαταλείψουμε τις αυταπάτες ότι το μέλλον μπορεί ακόμη να βασίζεται στην τεχνητή και συνεχή αύξηση της ατομικής κατανάλωσης που είναι πηγή σπατάλης, διασπάθισης πόρων και καταστροφής της φύσης και του περιβάλλοντος.

Αυτές πρέπει να είναι οι θέσεις αρχής μας, εάν επιθυμούμε να ισχύει ο σεβασμός θεμελιωδών δημοκρατικών αρχών και αξιών. Γιατί αν δεν αλλάξουμε άμεσα, είναι ακριβές ότι θα οδηγηθούμε σε ολοκληρωτική καταστροφή όλων των κοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών από τη μία και του περιβάλλοντός μας από την άλλη. Μία πλήρης παρακμή και ισοπέδωση δηλαδή του πολιτισμού μας.

Σε τελική ανάλυση πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι οι πρωτοβουλίες μας θα είναι μοχλός για μια νέα μορφή δημόσιας και ιδιωτικής διαχείρισης. Να δεσμευτούμε ότι φέρνουμε την αλλαγή και ότι αυτό είναι επίκαιρο.

Κάπως έτσι ο κορυφαίος δραματουργός, Μπέρτολ Μπρεχτ, σε ένα λιτό κείμενό του, μας δείχνει την δύναμη των πράξεων μας και πως να μην περιμένουμε την σωτηρία από έξω. Το κείμενο περιγράφεται γλαφυρά ως «Εμείς είμαστε η βάρκα!»:

– Ο κύριος Κόινερ διέσχιζε μια κοιλάδα, όταν έξαφνα πρόσεξε πως πατούσε στα νερά. Και τότε κατάλαβε πως η κοιλάδα του ήταν στην πραγματικότητα ένα θαλάσσιο κομμάτι γης, και πως πλησίαζε η ώρα της πλημμυρίδας.

– Σταμάτησε, λοιπόν, κοιτάζοντας γύρω του μήπως δει καμιά βάρκα, κι όσο κράτησε η ελπίδα του για τη βάρκα, δεν έκανε βήμα.

– Και καθώς η βάρκα δε φαινόταν πουθενά, εγκατέλειψε την πρώτη ελπίδα, κι άρχισε να ελπίζει πως το νερό δεν θα ανέβαινε άλλο. Μα όταν το νερό του έφτασε ως το σαγόνι, εγκατέλειψε κι αυτή την ελπίδα και κολύμπησε.

– Είχε καταλάβει, επιτέλους, πως αυτός ήταν η βάρκα.

Η δύναμη της αλλαγής είμαστε εμείς.