Ο κορωνοϊός δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος των μικρομεσαίων τοπικών επιχειρήσεων λιανικής πώλησης

Άρθρο του Παναγιώτη Γεωργιάδη

Από τα πρώτα δραστικά μέτρα, που έλαβε η κυβέρνηση για τον περιορισμό της εξάπλωσης της πανδημίας του κορωνοϊού, ήταν και το κλείσιμο των καταστημάτων λιανικού εμπορίου, εξαιρουμένων αυτών που προμηθεύουν τρόφιμα, είδη υγιεινής κλπ.

Ως αποτέλεσμα του ανωτέρω μέτρου, ήταν η μαζική στροφή των καταναλωτών στις ηλεκτρονικές αγορές. Σύμφωνα με έρευνα του Ελληνικού Σύνδεσμου Ηλεκτρονικού Εμπορίου «Greca», με ρυθμό αύξησης +42,7 % έτρεξε το e-commerce το 2020, εκτοξεύοντας τις αγορές στα 10,7 δισ. ευρώ, από 5,8 δισ. ευρώ το 2019.

Σημειωτέων ότι τον Μάρτιο του 2020 ο τζίρος του ηλεκτρονικού εμπορίου στην Ελλάδα έτρεξε με αύξηση +307% στους τομείς τροφίμων και φαρμάκων, ενώ τον Μάϊο του 2020, συνολικά η αγορά παρουσίασε θετική μεταβολή της τάξης του 107%.

Η επέλαση του κορονωιού και το αιφνίδιο κλείσιμο των καταστημάτων, ωστόσο βρήκε παντελώς απροετοίμαστες τις μικρές τοπικές κυρίως επιχειρήσεις, καθώς μόλις δύο στις 10 διαθέτουν ηλεκτρονικό κατάστημα, με αποτέλεσμα όλο αυτό τον όγκο των πωλήσεων να τον καρπωθούν, μόνο οι μεγάλες επιχειρήσεις του εμπορίου και ένα μικρό ποσοστό των μικρομεσαίων που διαθέτουν e-shop.

Ακόμη και όταν χαλάρωσαν τα μέτρα, κατά την εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων που μας πέρασε, η ανισότητα δεν αμβλύνθηκε, καθώς δόθηκε η δυνατότητα σε άλλους λιανεμπόρους να λειτουργούν με click inside και άλλους μόνο με click away. Και πάλι η συντριπτική πλειοψηφία των μικρομεσαίων επιχειρήσεών (8 στις 10 επιχειρήσεις), υπολειτουργούσαν, καθώς δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν ηλεκτρονικά το click-away, διότι δεν διαθέτουν διαδικτυακή παρουσία.

Η προσπάθεια σταδιακής επανεκκίνησης της οικονομίας άρχισε με την απόφαση της κυβέρνησης που είχε μάλιστα προαγγελθεί μέρες νωρίτερα, για άνοιγμα του λιανεμπορίου Πανελλαδικά στις 5 Απριλίου, με τη μέθοδο του click in shop και του click away, με εξαίρεση των καταστημάτων σε Θεσσαλονίκη, Αχαΐα και Κοζάνη που παραμένουν κλειστά λόγω της αύξησης στα κρούσματα κορονοϊού.

Το σοκ των εμπόρων που πληροφορήθηκαν τα μεσάνυχτα της περασμένης Παρασκευής, ότι δεν θα ανοίξουν ήταν απερίγραπτο, αφενός μεν διότι όλη την προηγούμενη εβδομάδα είχαν προβεί στις απαραίτητες προετοιμασίες (κινητοποίηση εργαζομένων, καθαρισμός καταστημάτων, αλλαγή εποχιακών και βιτρίνας, προμήθεια εμπορεύματος κλπ.), αφετέρου διότι διαψεύσθηκαν οι ελπίδες τους ότι θα μπορούσαν να καλύψουν μέρος της τεράστιας απώλειας του τζίρου τους εν όψει του Πάσχα.

Περαιτέρω η εξαίρεση των επιχειρήσεων των συγκεκριμένων περιοχών από το πανελλαδικό άνοιγμα των καταστημάτων, γιγαντώνει ακόμη περισσότερο την ανισότητα μεταξύ των μεγάλων επιχειρήσεων λιανεμπορίου, σε σχέση με τα μικρά καταστήματα, που μεταφέρεται πλέον και σε τοπικό επίπεδο, γεγονός που γίνεται εύκολα αντιληπτό με το ακόλουθο παράδειγμα :

Μια μεγάλη επιχείρηση λιανικής, π.χ. εμπορίας ρούχων που διαθέτει e-shop, εδρεύει στην Θεσσαλονίκη, αλλά έχει και υποκαταστήματα σε όλη την επικράτεια, πραγματοποιεί πωλήσεις καθ΄ όλη την διάρκεια της πανδημίας, είτε ηλεκτρονικά, είτε με την μέθοδο click inside ή click away, είτε μέσω των υποκαταστημάτων της σε άλλες περιοχές που άνοιξε το λιανεμπόριο. Εν αντιθέσει, ένα μικρό συνοικιακό κατάστημα ρούχων στην Θεσσαλονίκη που δεν έχει e-shop, και που παραμένει κλειστό λόγω μέτρων, πρακτικά δεν μπορεί να κάνει ούτε μια πώληση. Σημειωτέων ότι μόνο στον κεντρικό δήμο Θεσσαλονίκης, αυτή τη στιγμή τελούν σε αναστολή λειτουργίας 8500 εμπορικές επιχειρήσεις (όχι καταστήματα εστίασης), που απασχολούν κατά μέσο όρο 2,3 εργαζόμενους έκαστη και από αυτές οι 8 στις 10 δεν διαθέτουν ηλεκτρονικό κατάστημα.

Η ανισότητα σε βάρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που προϋπήρχε και πριν την έλευση του κορωνοιού, αλλά πλέον έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, δεν μπορεί να αμβλυνθεί μόνο με γενικά μέτρα στήριξης, όπως της μείωσης του ενοικίου ή της «Επιστρεπτέας Προκαταβολής», που χορηγείται σε όλες τις πληττόμενες επιχειρήσεις, μικρές και μεγάλες, κατά οριζόντιο τρόπο και με ενιαία κριτήρια. Απαιτούνται επιπλέον εξατομικευμένα και στοχευμένα μέτρα, μόνο υπέρ των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που έχουν υποστεί άλλωστε συγκριτικά με τους ισχυρότερους ανταγωνιστές τους, τις μεγαλύτερες απώλειες.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η πανδημία του κορωνοιού προκαλεί παρακώλυση, περιορισμό και νόθευση του ανταγωνισμού, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 και 2α του νόμου 703/1977 «περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελευθέρου ανταγωνισμού», όπως αυτές ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις που επέφεραν οι νόμοι 2000/1991, 2296/1995, 2837/2000 και 3373/2005, καθώς θέτει εκτός ανταγωνισμού τις πολύ μικρές επιχειρήσεις που αποδυναμώνονται δραματικά, ενώ προσδίδει ΄΄δεσπόζουσα θέση΄΄ στις μεγάλες, που ισχυροποιούνται έτι περαιτέρω.

Το παράδοξο είναι ότι λόγω των ειδικών συνθηκών που επικρατούν και των υγειονομικών μέτρων που λαμβάνονται, νοθεύεται ο ανταγωνισμός υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων, ακόμη και εάν οι ίδιες δεν ακολουθούν καταχρηστική συμπεριφορά, καθώς αποκτούν πλεονεκτήματα έναντι των μικρομεσαίων ανταγωνιστών τους, τα οποία δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν με βάση την ομαλή λειτουργία της αγοράς, διότι οι τελευταίοι στερούνται ακόμη και του μοναδικού πλεονεκτήματος που είχαν έως τώρα, ήτοι της προσωπικής επαφής και σχέσης με τον καταναλωτή.

Η Κυβέρνηση πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη το γεγονός, πως οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν την ραχοκοκαλιά της οικονομίας και στυλοβάτη της κοινωνίας μας. Εάν δεν ληφθούν έστω και την ύστατη στιγμή, γενναία, ουσιαστικά και εξατομικευμένα μέτρα οικονομικής στήριξης τους, είναι καταδικασμένες να κλείσουν οριστικά, με αποτέλεσμα αφενός μεν τα έσοδα του κράτους να μειωθούν δραματικά, αφετέρου οι δείκτες ανεργίας, φτώχιας και προβλημάτων της ψυχικής υγείας να εκτοξευθούν.

Είναι σαφές ότι η προστασία της ανθρώπινης ζωής είναι μια αδιαπραγμάτευτη αρχή, δεν μπορεί όμως η προστασία της δημόσιας υγείας να λειτουργεί ως άλλοθι για τη δημιουργία συνθηκών αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος των μικρών εμπορικών επιχειρήσεων και υπέρ της συγκέντρωσης της αγοράς σε λίγους και ισχυρούς.

Ο Παναγιώτης Γεωργιάδης είναι Δικηγόρος Παρ΄ Αρείω Πάγω, Α. Συντονιστής της δημοτικής παράταξης ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΜΑΖΙ του Δήμου Θεσσαλονίκης και Μέλος ΔΣ – υπεύθυνος Δημοσίων Σχέσεων του ινστιτούτου καταναλωτών Ν. ΙΝΚΑ.

υπεύθυνος Δημοσίων σχέσεων του ινστιτούτου καταναλωτών Ν.ΙΝΚΑ Υπουργείο Δικαιοσύνης