Η Εφημερίδα των Συντακτών

[ad_1]

Στους δύσκολους καιρούς, έλεγε ένας δάσκαλός μου, η γραφή θα πρέπει να είναι κρυστάλλινα διαυγής και διάφανη για να την αντιλαμβάνεται ο καθένας και να μην αφήνει το παραμικρό κενό για να φυτρώσουν «παρανοήσεις» και «ερμηνείες». Πρέπει να είναι ξεκάθαρη, έλεγε, για να μπορεί ο γραφιάς να παίρνει την ευθύνη της πράξης του και ο αναγνώστης την ευθύνη της παράλειψής του.

Διαβάζοντας το κείμενο του Ρόμπερτ Ζαρέτσκι (Robert Zaretsky), καθηγητή Σύγχρονης Γαλλικής Ιστορίας στο Honors College του Πανεπιστημίου του Χιούστον, για τη Γαλλία του 1939, για τον «ψευτοπόλεμο» και την «κανονικότητα» του Νταλαντιέ (Daladier), που στο τέλος οδήγησαν στην κατάρρευση και στον Πετέν, ανακάλυψα πολλές ομοιότητες με την Ελλάδα του 2020.

Γράφει ο Ζαρέτσκι: «…Η drôle de guerre ή αλλιώς ο ψευτοπόλεμος ξεδιπλώθηκε για οκτώ μήνες ξεκινώντας τον Σεπτέμβριο του 1939. Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, η Γαλλία στρατολόγησε και κινητοποίησε εκατομμύρια άνδρες […] οι στρατολογημένοι συχνά δεν είχαν το στρατιωτικό ισοδύναμο του εξοπλισμού ατομικής προστασίας […] υπέφεραν από ελλείψεις σε μπότες και κουβέρτες κατά τη διάρκεια του ιδιαίτερα κρύου χειμώνα και από ανησυχητική έλλειψη μασκών […] Μεταξύ των αξιωματικών που είχαν μάσκες, ορισμένοι αρνήθηκαν να τις φορέσουν. Το κάπνισμα του τσιγάρου καθώς εξέταζαν τα στρατεύματά τους έφερνε περισσότερο καμάρι».

Η σύνθεση όλων αυτών των ελλείψεων αποτελούσε μια έλλειψη πειστικής ηγεσίας. Η κυβέρνηση υπό τον πρωθυπουργό Εντουάρ Νταλαντιέ εξέδωσε κενές προτροπές αντί για σαφείς και συνετούς λόγους για τις θυσίες που ζητούσαν από στρατιώτες και πολίτες. […] Στις αρχές του 1940, στρατιώτες που ανήκαν σε ορισμένες επαγγελματικές κατηγορίες αποστρατεύτηκαν. Στη συνέχεια, η κυβέρνηση προσπάθησε να βάλει ένα πέπλο κανονικότητας στην καθημερινή ζωή. Δεν ήταν δύσκολο. Με τις καφετέριες του Παρισιού να γεμίζουν με πελάτες, τα θέατρα να γεμίζουν με θεατές και τα γήπεδα να γεμίζουν με οπαδούς, η πόλη έδωσε νέα ζωή στο plus ça change, plus c’est la même chose (“όσο περισσότερο αλλάζει τόσο περισσότερο μένει ίδιο”). Δεν προκαλεί έκπληξη ότι το τραγούδι του ψευτοπολέμου ήταν το “Paris Will Always Be Paris” (“Το Παρίσι θα είναι πάντα το Παρίσι”) του Μορίς Σεβαλιέ…»

Αν διαβάσει κανείς τις δηλώσεις του πρωθυπουργού για τη σύνοδο κορυφής αλλά και αυτές που αφορούν την ελληνοτουρκική κρίση, αναγνωρίζει αυτό που ο Ζαρέτσκι περιγράφει ως «έλλειψη πειστικής ηγεσίας». Πομπώδεις εκφράσεις, ανούσιες επαναλήψεις και θλιβερές υπερβολές, ώστε να δοθεί στο εσωτερικό ακροατήριο η εντύπωση της κανονικότητας. Στην πραγματικότητα, όμως, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί την κανονικότητα σαν μανδύα για να κρύψει την αληθινή κατάσταση της χώρας.

Σήμερα, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται εγκλωβισμένη στις μυλόπετρες μειζόνων απειλών και ο απλός άνθρωπος διαισθάνεται ότι αν -όλες ή κάποιες απ’ αυτές- μετουσιωθούν σε πραγματικότητα, τότε τα δεινά που θα ακολουθήσουν θα κάνουν την καθημερινότητά του αφόρητη. Οι ψευδαισθήσεις μπορεί να κουκουλώσουν αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να κρύψουν ότι η Ελλάδα ισορροπεί στην κόψη του ξυραφιού. Μετά τη μεγάλη ύφεση, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα φτάσει σε μη διαχειρίσιμα επίπεδα. Οι «μεταρρυθμίσεις» για τις εκταμιεύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης εξακολουθούν να είναι άγνωστες, αλλά κανείς δεν αμφιβάλλει ότι δεν θα επικεντρώνονται στις ανάγκες των αδύναμων αλλά θα εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ισχυρών.

Η νέα γενιά «κόκκινων δανείων» έχει ήδη περάσει το «κατώφλι» και το τραπεζικό σύστημα βουλιμικό και αυτονομημένο από το Δημόσιο -παρά τα δισ. των ανακεφαλαιοποιήσεων και τις «αμνηστίες- θα απαντήσει βγάζοντας στο σφυρί ακίνητα. Ιδια απάντηση, δηλαδή, με εκείνη για την «πρώτη κατοικία». Η παγκόσμια οικονομική συρρίκνωση δεν θα αφήσει ανεπηρέαστες τις εξαγωγές, καταρρίπτοντας έτσι το μνημονιακό μοντέλο της εξωστρέφειας. Με την επίκληση της ανεργίας και της ύφεσης θα ξεκινήσει ο νέος γύρος των περικοπών σε μισθούς και συντάξεις, ενώ η κυβέρνηση για να ξορκίσει το «κακό» θα οδηγήσει στο θυσιαστήριο τα ελάχιστα εναπομείναντα «ιερά και όσια», ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγονται και… κυριαρχικά δικαιώματα.

Κι εμείς; Γεμίζουμε τις παραλίες, τις καφετέριες, τα σουβλατζίδικα και τις σελίδες των κοινωνικών δικτύων με φωτογραφίες που ανταποκρίνονται στην «καθημερινότητα» που θα θέλαμε να έχουμε. Αν το ζύγι της επιτυχίας ήταν με εικόνες, τότε η κυβέρνηση μπορεί να επαίρεται για την επιτυχημένη επικοινωνιακή στρατηγική του καθησυχασμού. Πλέον η συλλογική αλήθεια είναι αυτή που μεταφέρουν οι τηλεοπτικές εικόνες σε σχήμα οθόνης. Οτιδήποτε άλλο, είναι σαν να μην υπάρχει.

Τις προάλλες, φίλος έλεγε για τα ΚΤΕΛ Αττικής που με πρόσχημα τον κορονοϊό συγχώνευσαν δρομολόγια και εργαζόμενους για να συρρικνώσουν κόστος και να μεγαλώσουν τα κέρδη, αδιαφορώντας για τους ανθρώπους-σαρδέλες που από τύχη δεν έχουν -ακόμα- μετατραπεί σε υγειονομικές βόμβες. Αλήθειες σαν κι αυτή ξεπηδούν σε κάθε σου βήμα, αλλά χάνονται, απαλείφονται και παραδίδονται στη λήθη από τους περισπούδαστους, παντογνώστες και ευαίσθητους τηλεοπτικούς «αρχιτέκτονες» της… πραγματικότητας.

Πλεόν οι ομοιότητες με τη Γαλλία του Νταλαντιέ και των Παριζιάνων που ανέμελα σιγοτραγουδούσαν το τραγουδάκι του Σεβαλιέ, για να απωθήσουν τις μαύρες σκέψεις στα πιο αραχνιασμένα τοπία της μνήμης, είναι συγκλονιστικές. Σήμερα στον τόπο μας οι άνθρωποι μοιάζουν να λικνίζονται στον ρυθμό του: «Η Ελλάδα θα είναι πάντα η Ελλάδα», για να ξορκίσουν τον κίνδυνο της άνευ όρων παράδοσης που επικρέμαται πλέον πιο απειλητική από ποτέ άλλοτε (ακόμα και από το 2010). Οι περισσότεροι δεν ελπίζουν. Και αυτό το ανέλπιδο αύριο το εκφράζουν με όλες τις γλώσσες της απογοήτευσης: την απαξίωση, την ευπιστία, την υποκρισία και με την επίμονη άρνησή τους να αποδέχονται την πραγματικότητα.

Για τους Γάλλους, που η εκδίκηση της αλήθειας ήρθε με τον Πετέν, το «Ποδηλατοδρόμιο», τους «σκλάβους εργάτες», τη λεηλασία των πρώτων υλών, των εργοστασίων και της πολιτιστικής κληρονομιάς, έχει καταγραφεί από την Ιστορία. Εμάς άραγε τι μας περιμένει;

* Δημοσιογράφος, συγγραφέας

[ad_2]

Πηγή : EFSYN