
Για Ελληνίδες επιχειρηματίες που αντιμετωπίζουν «νοοτροπία κατωτερότητας των γυναικών» και «τιμωρητική» διάθεση της Πολιτείας, αφού στερούνται όλα τα βοηθήματα που απολαμβάνει η μέση εργαζόμενη μητέρα, αν και διατηρούν τις αυξημένες ευθύνες στο σπίτι, μίλησε η Πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρηματιών Γυναικών Ελλάδος (ΣΕΓΕ) κ. Λίνα Τσαλταμπάση, με αφορμή τη σημερινή Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, στο Radio North 98 της Θεσσαλονίκης και στην εκπομπή “Βόρειος Αντίκτυπος”.
«Έχουμε ακόμα ως κοινωνία μια βαθιά νοοτροπία κατωτερότητας της γυναίκας σε ορισμένους ρόλους» τόνισε.
«Οι έρευνες δείχνουν ότι οι γυναίκες αφού τελειώσουν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα να συνεχίζουν κανονικά και στο σπίτι με αυξημένες τις ευθύνες τους. Και το χειρότερο είναι ότι και η πολιτεία μας αντιμετωπίζει σαν δεύτερης κατηγορίας εργαζόμενες γιατί η γυναίκα επιχειρηματίας είναι η πιο κακοποιημένη εργασιακά γυναίκα, καθώς δεν έχει κανένα απολύτως βοήθημα από την ελληνική πολιτεία. Δεν έχουμε πρόσβαση στους παιδικούς σταθμούς, δεν έχουμε πρόσβαση στα ΚΔΑΠ, δεν έχουμε πρόσβαση στη δωρεάν γέννα σε ιδιωτικό μαιευτήριο, όπως έχει μια εργοδοτούμενη γυναίκα. Κανένας δεν φροντίζει τι θα γίνει αν μείνουμε 6 μήνες στο σπίτι με το παιδί μας, οπότε δεν μένουμε 6 μήνες στο σπίτι με το παιδί μας. Δεν μένουμε ούτε καν ένα μήνα στο σπίτι με το παιδί μας. Είναι τιμωρητική η ελληνική κοινωνία και η ελληνική πολιτεία απέναντι στην Ελληνίδα επιχειρηματία. Εμείς προσπαθούμε να το αλλάξουμε και θα ξεκινήσουμε ένα πολύ μεγάλο ψήφισμα για τη διεκδίκηση των βασικών εργασιακών δικαιωμάτων, καθώς δεν εισακουγόμαστε πλέον με ομαλές μεθόδους.»
Η κ. Τσαλταμπάση, κλήθηκε να μιλήσει και για την υπόθεση των σεξουαλικών παρενοχλήσεων στο ΑΠΘ, καθώς ήταν εκείνη που άνοιξε τον «χορό» των σχετικών καταγγελιών: «Έχουμε… λαμβάνειν από αυτό το μέτωπο, καθώς έχουν πάει για κατάθεση κι άλλες παλιές και νεότερες φοιτήτριες, αν και όχι όλες όσες μου τηλεφώνησαν», είπε μεταξύ άλλων.
«Ο κρουνός της βρωμιάς, που άνοιξε, πρέπει να καθαρίσει. Έλαβα, κυριολεκτικά, δεκάδες τηλεφωνήματα από κοπέλες, που ήταν συμφοιτήτριες, έλαβα μηνύματα από κοπέλες, οι οποίες ακόμα δεν μπορούν να το διαχειριστούν και είναι σε κατάσταση αγωγής από αυτό που τράβηξαν και βέβαια αυτές τις γυναίκες δεν μπορούμε να τις αναγκάσουμε να πάνε στον εισαγγελέα να μιλήσουν.
Είναι έγκλημα ψυχολογικό από δικής μας πλευράς. Όμως αυτό΄που είπαν ότι δεν υπήρξε προσπάθεια καταγγελίας καμιάς φοιτήτριας, δεν ευσταθεί! Εγώ το κατήγγειλα το 1990, άρα καλό είναι να μην λέγονται τέτοια πράγματα! Το τι αισθάνονται οι καθηγητές ότι έκαναν ορθά είναι δικό τους θέμα. Το τι εμείς αισθανόμαστε ότι μας δικαιώνει ηθικά, είναι επίσης δικό μας θέμα.
Επειδή η κατάσταση είναι ακόμα σε εξέλιξη σε αυτά τα λεγόμενα απλά θα πω ότι δεν είναι δεκτικό το περιβάλλον του Πανεπιστημίου, αν κάποια κοπέλα θέλει να καταγγείλει οτιδήποτε. Μιλώ για τότε, το σήμερα δεν μπορώ να το ξέρω, είμαι 45 χρονών, έχω καιρό που έχω φύγει αλλά απ΄ότι φαίνεται από καταγγελίες κοριτσιών από άλλα τμήματα, προφανώς και δεν είναι πολύ δεκτικό, όπως κατάλαβα και από τηλεφωνήματα από νεότερες φοιτήτριες, πολύ νεότερές μου.»