
Δεν κέρδισε τελικά τη μάχη ο Ολλανδός δημοσιογράφος Πέτερ Ντε Βρις και υπέκυψε στα τραύματά του, σχεδόν δέκα μέρες αφού είχε δεχθεί πυροβολισμούς, σε δρόμο του Άμστερνταμ. Ο δημοσιογράφος, ο οποίος ερευνούσε εγκλήματα ήταν 64 χρόνων.
Oι συγγενείς του εξέδωσαν ανακοίνωση Τύπου, στην οποία αναφέρουν πως «έδωσε τη μάχη του μέχρι το τέλος, όταν κοντά του είχε όλους όσους τον αγαπούσαν. Έζησε με βασική αρχή το ‘γονατιστός, δεν υπάρχει τρόπος να ζεις ως ελεύθερος’. Είμαστε απεριόριστα υπερήφανοι για εκείνον και την ίδια ώρα, απαρηγόρητοι». Τη βασική αρχή την είχε κάνει και tattoo στο χέρι του. Είχε εξηγήσει πως «δεν είμαστε υποτακτικοί κανενός. Κανείς δεν μπορεί να γίνει κυρίαρχος μας. Αυτό σημαίνει ότι ποτέ δεν θα γίνουμε σκλάβοι κανενός».
Η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ζήτησε από τις εθνικές αρχές να διαλευκάνουν την υπόθεση και να θέσουν ενώπιον της δικαιοσύνης τους υπεύθυνους για τη δολοφονία του Ντε Βρις. Ο απερχόμενος Υπουργός Δικαιοσύνης και Ασφαλίας, Φρεν Γρκάπερχαουζ ανέθεσε σε ανεξάρτητη αρχή την έρευνα της δολοφονίας του 64χρονου.
Ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός RTL μετέδωσε ότι ο Ντε Βρις δέχθηκε την επίθεση, ενώ αποχωρούσε από τηλεοπτικό στούντιο που είναι στο κέντρο του Άμστερνταμ και όπου είχε βρεθεί ως προσκεκλημένος. Μια από τις σφαίρες τον ‘βρήκε’ στο κεφάλι. Διακομίστηκε στο νοσοκομείο, σε κρίσιμη κατάσταση. Τις ώρες που ακολούθησαν έγιναν τρεις συλλήψεις υπόπτων. Ο ένας αφέθηκε ελεύθερος την ίδια ημέρα.
Ο Ντε Βρις δεχόταν συχνά απειλές κατά της ζωής του, στα χρόνια που έκανε ρεπορτάζ και έρευνες για εγκλήματα. Η αστυνομία του είχε προσφέρει πολλές φορές να του διαθέσει μέλη της για να τον προστατεύουν, ωστόσο εκείνος απαντούσε πάντα αρνητικά. Πέρυσι είχε ασχοληθεί με άλλη μια ανεξιχνίαστη υπόθεση: αφορούσε τον θάνατο του 11χρονου Νίκι Φερστάπεν, πριν 20 χρόνια. Το Νοέμβριο του 2020 καταδικάστηκε για αυτόν ο ύποπτος Τζος Μπ., σε 12.5 χρόνια φυλάκισης. Ο δημοσιογράφος παρακολούθησε τη δίκη από την αρχή έως το τέλος, δίπλα στους γονείς του θύματος.
Παράλληλα μετείχε στην έρευνα για τη γνωστή ως Marengo Trial (το όνομα προέκυψε από υπολογιστή), δίκη ενός εκ των ηγετών της ολλανδικής/μαροκινής εγκληματικής οργάνωσης με το όνομα Mocro. Δεκαεπτά μέλη της έχουν τεθεί ενώπιον της δικαιοσύνης, για συμμετοχή σε δολοφονίες και απόπειρες δολοφονιών.
Η Mocro φέρεται να διαθέτει έναν αποτελεσματικό μηχανισμό δολοφονιών που περιλαμβάνει πολύ συγκεκριμένο καταμερισμό εργασιών και επίλεκτους. Μετά τη δολοφονία του αδελφού του, ένας εκ των υπόπτων έδωσε μια σημαντική πληροφορία. Την ώρα όμως, της κρίσης (της κατάθεσης) τα ”γύρισε”. Την επομένη βρέθηκε νεκρός ο δικηγόρος του.
Πιο πρόσφατα, αποκάλυψε ένα στοιχείο που αφορούσε τον εντοπισμό της Τάνια Γκρον, που αγνοείται από το 1993 -όταν ήταν μαθήτρια. «Είχε αποφασίσει να μη ξεχαστούν οι υποθέσεις που δεν είχαν καταλήξει κάπου μέσω της αστυνομικής έρευνας. Ανάγκαζε τη δικαιοσύνη να ρίξει άλλη μια ματιά», δήλωσε στο Al Jazeera η δικαστική ρεπόρτερ, Σάσκια Μπέλεμαν.