Ολόκληρος ο κόσμος, παρακολουθεί στενά τον Τζο Μπάιντεν και αναρωτιέται εάν ο πιο έμπειρος πρόεδρος στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, στην ιστορία των ΗΠΑ, μπορεί να αποκαταστήσει το κύρος της χώρας του, ως υπερδύναμη- μετά και την εγκατάλειψη του Αφγανιστάν- κι ενώ ο τίτλος του πλανητάρχη έχει σταματήσει να αποδίδεται στον εκάστοτε ένοικο του Λευκού Οίκου, από την εποχή του Μπιλ Κλίντον .
Γράφει η Μαρία Λίλα
«Αυτή είναι μια καθοριστική στιγμή για τον Τζο Μπάιντεν, γιατί θα μετρήσει την αξιοπιστία και την ικανότητα της Αμερικής να οδηγήσει τον λεγόμενο ελεύθερο κόσμο στη νέα εποχή του στρατηγικού ανταγωνισμού—μια εποχή όπου οι φιλελεύθερες δημοκρατίες είναι ισχυρές στα χαρτιά αλλά το πόσο ισχυρές είναι στρατηγικά και γεωπολιτικά, θα φανεί από την αντιμετώπιση μιας εκδικητικής Ρωσίας και μιας ολοένα και πιο διεκδικητικής Κίνας» υποστήριξε, στο περιοδικό «New Yorker» ο Robin Niblett, διευθυντής του think tank: Chatham House.
«Αν φανεί ότι υποχωρεί στη ρωσική πίεση, αυτό θα υπονομεύσει ολόκληρη την προεδρία του, όχι μόνο την εξωτερική του πολιτική» τόνισε, ο Νίμπλετ για τον Μπάιντεν, ο οποίος έχει μακρά ιστορία σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης με τον Ρώσο πρόεδρο.
Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στη Μόσχα, το 2011, ο Μπάιντεν, τότε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, είχε πει- κατά λέξη- στον Βλαντίμιρ Πούτιν: «Σε κοιτάζω στα μάτια και δεν νομίζω ότι έχεις ψυχή».
(Το σχόλιο αυτό, ήταν και μια απάντηση στη δήλωση του προέδρου Τζορτζ Μπους, μια δεκαετία νωρίτερα, ότι είχε κοιτάξει στα μάτια του Πούτιν και είχε δει την ψυχή του).
Ο Πούτιν ατάραχος απάντησε, τότε, στον Μπάιντεν: «Καταλαβαίνουμε καλά, ο ένας τον άλλον».
Τέσσερα χρόνια, αργότερα, σε ομιλία του μετά την κατάληψη της Κριμαίας, από τις ρωσικές δυνάμεις, ο Μπάιντεν προειδοποίησε τον Πούτιν να μην υποτιμά τη δυτική συμμαχία και πέρσι, όταν ρωτήθηκε από τον Τζορτζ Στεφανόπουλο του ABC εάν πιστεύει ότι ο Πούτιν είναι φονιάς, απάντησε: «Ε, ναι».
Επικαλούμενη ανησυχίες για την ασφάλεια -συμπεριλαμβανομένων των συνεχών προκλήσεων από τις ΗΠΑ- με κυριότερη την επέκταση του ΝΑΤΟ, η Ρωσία έχει συγκεντρώσει περίπου 100.000 στρατιώτες κοντά στα σύνορα της ανατολικής Ουκρανίας, όπου οι ρωσόφωνοι αυτονομιστές πολεμούν την υποστηριζόμενη από τη Δύση ουκρανική κυβέρνηση, από το 2014.
Η Μόσχα επιδιώκει να λάβει μια εγγύηση από την Ουάσιγκτον ότι η Ουκρανία δεν θα γίνει δεκτή στη συμμαχία του ΝΑΤΟ, όμως, ο Μπάιντεν αρνείται να την προσφέρει.
Την περασμένη εβδομάδα, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Άντονι Μπλίνκεν, προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε ρωσική εισβολή στην Ουκρανία θα αντιμετωπιζόταν «με μια αυστηρή και ενιαία απάντηση» από το ΝΑΤΟ.
Κι ενώ η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει καταστήσει σαφές ότι μια τέτοια απάντηση θα είναι κυρίως οικονομικής φύσεως, το Πεντάγωνο ανακοίνωσε νωρίτερα, αυτή την εβδομάδα, ότι 8.500 στρατιώτες των ΗΠΑ βρίσκονται σε επιφυλακή και έτοιμοι να αναπτυχθούν γρήγορα στην Ανατολική Ευρώπη, σε περίπτωση που το ΝΑΤΟ ενεργοποιήσει μια δύναμη ταχείας αντίδρασης.
Σύμφωνα με αξιωματούχο του Κρεμλίνου που επικαλείται το πρακτορείο Reuters, ο Ρώσος πρόεδρος μίλησε τηλεφωνικά με τον Γάλλο ομόλογό του, Εμανουέλ Μακρόν χθες, Παρασκευή, ζητώντας «να συνεχιστεί ο διάλογος και να εργαστούν όλοι για την εφαρμογή των συμφωνιών του Μινσκ».
«Είπε ότι δεν ήθελε μια κλιμάκωση» είπε ο Ρώσος αξιωματούχος για τον Πούτιν, αλλά πρόσθεσε ότι οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ εξακολουθούν να αποτυγχάνουν να καθησυχάσουν τις βάσιμες ανησυχίες της Μόσχας.
Η αρχική ιδέα στην Ουάσιγκτον ήταν να υποκινήσουν την Ουκρανία να επιτεθεί στην περιοχή του Ντονμπάς, όπου η Ρωσία θα ήταν πολύ πιθανόν να εμπλακεί τουλάχιστον με εκτεταμένες προμήθειες στους αντάρτες του Ντονμπάς. Με τη βοήθεια των μέσων ενημέρωσης, το αφήγημα της «ρωσικής εισβολής» θα έπαιρνε τότε, σάρκα και οστά. Θα ακολουθούσαν «δυτικές» κυρώσεις και η Ρωσία θα βρισκόταν απομονωμένη, κυρίως, στην Ευρώπη.
«Θέλουμε οι όροι του [διεθνούς] συστήματος να είναι ευνοϊκοί για τα αμερικανικά συμφέροντα και αξίες: Είναι μάλλον μια ευνοϊκή προοπτική, με την οποία οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους μπορούν να διαμορφώσουν τους διεθνείς κανόνες για τα είδη των θεμάτων που έχουν θεμελιώδη σημασία για τον λαό της [Αμερικής]…» είχε πει ο σύμβουλος Ασφαλείας του Μπάιντεν, Τζέικ Σάλιβαν τον περασμένο Νοέμβριο.
Ωστόσο, η ουκρανική ηγεσία γνωρίζει τι θα συμβεί αν επιτεθεί στο Ντονμπάς και επί του παρόντος δεν ενδιαφέρεται να πολεμήσει για στρατηγικούς σκοπούς των ΗΠΑ, χωρίς καμία πιθανότητα να κερδίσει.
Για αυτό και αρκετοί αναλυτές-από τη Ρωσία μέχρι την Ουάσιγκτον- προβλέπουν ότι οι μέρες του Ζελένσκι στην προεδρία της Ουκρανίας, όλο και θα λιγοστεύουν.
Ανησυχία, όμως, θα πρέπει να διακατέχει και τον Αμερικανό πρόεδρο, που πρέπει για δεύτερη φορά στην πολιτική του σταδιοδρομία, να αντιμετωπίσει τον Πούτιν, με μήλον της έριδας την Ουκρανία.
Ο Μπαράκ Ομπάμα είχε αναθέσει στον Μπάιντεν τον συντονισμό της στρατηγικής των ΗΠΑ για την υποστήριξη της Ουκρανίας.
Στο λυκόφως της ζωής του, τώρα, εξαρτάται η υστεροφημία, ακόμη και η προεδρία του, από τον χειρισμό της νέας ουκρανικής κρίσης.