
Συχνά ακούμε πως η κοινωνική αποστασιοποίηση -και ενίοτε ολοκληρωτική καραντίνα- στην οποία επιβλήθηκε το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη, έχει συμβάλει στη μείωση και κάποιων άσχετων με τον COVID-19 ριψοκίνδυνων συμπεριφορών, όπως είναι η επικίνδυνη οδήγηση και τα τροχαία ατυχήματα που προκαλούνται ως συνέπεια αυτής.
Ποιο είναι όμως το αντίκτυπο των προληπτικών μέτρων στις υπόλοιπες μεταδοτικές ασθένειες, όπως είναι o ιός της γρίπης;
Κάτι μοναδικό παρατηρήθηκε στην Αυστραλία τον περασμένο Απρίλιο· οι συνολικές διαγνώσεις γρίπης από την αρχή της χρονιάς μόλις άγγιζαν τις 229 περιπτώσεις, τη στιγμή που ο περσινός αριθμός για την ίδια χρονική περίοδο ήταν 18.705.
Υπενθυμίζουμε ότι ο κορωνοιός μέχρι τότε είχε πλέον εξαπλωθεί σε όλες τις ηπείρους, με τις πρακτικές υγιεινής όπως το συνεπές πλύσιμο των χεριών και τη χρήση χειρουργικής μάσκας, να συνίστανται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) σε σχεδόν όλους τους κατοίκους της υφηλίου.
Το καλοκαίρι του 2020 ήταν πλέον φανερό πως η φετινή περίπτωση της Αυστραλίας αποτέλεσε ρεκόρ ως προς την ηπιότητα της εποχιακής γρίπης, με το ίδιο μοτίβο να παρατηρείται και σε άλλες χώρες του νότιου ημισφαιρίου που προέβησαν σε αυστηροποίηση των προληπτικών μέτρων κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Τώρα που ο χειμώνας λαμβάνει τέλος στο νότιο ημισφαίριο και ξεκινάει στο βόρειο, τα συλλεγόμενα στατιστικά δεδομένα για την εποχιακή γρίπη μοιάζουν ήδη να διαφέρουν ριζικά σε σύγκριση με άλλες χρονιές.
Δεν είναι καθόλου δύσκολο να κάνουμε εικασίες σχετικά με την αιτία του φαινομένου: ο πληθυσμός είναι πλέον πολύ πιο προσεκτικός με την ατομική του υγιεινή, με αποτέλεσμα να κρατάει σε απόσταση ασφαλείας όχι μόνο τον COVID-19, αλλά και τους υπόλοιπους ιούς που παραμονεύουν, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο.
Ωστόσο πρέπει να ληφθούν υπόψιν και κάποιες άλλες παράμετροι που δύνανται να οδηγούν σε τόσο εντυπωσιακά αποτελέσματα· καταρχάς, δεν δίνεται πλέον ιδιαίτερη βάση στην πραγματοποίηση μαζικών τεστ για την εποχιακή γρίπη από τις μονάδες υγείας. Παράλληλα, τα άτομα με συμπτώματα που μοιάζουν με αυτά του COVID-19 καλούνται να μείνουν στο σπίτι μέχρι να υποχωρήσει η ασθένεια, με συνέπεια να μην υποβάλλονται ποτέ σε ιατρική φροντίδα ή τεστ.
Η επιστημονική κοινότητα παρ’ολα αυτά συγκλίνει ως προς το ότι η πρόληψη είναι αυτή που έχει παίξει τον πιο καταλυτικό ρόλο στα λιγοστά κρούσματα γρίπης, καθώς ο τρόπος που αλληλεπιδρούμε έχει πλέον αλλάξει.
Η παρατήρηση αυτή εγείρει ένα νέο ερώτημα·είναι πιθανό στο μέλλον ο ιός της γρίπης να εξαφανιστεί εντελώς αν διατηρήσουμε τα αυστηρά μέτρα υγιεινής;
Τα νέα δεν είναι δυστυχώς τόσο αισιόδοξα. Πέρα από τον SARS, ο μοναδικός άλλος ιός που έχει εξαλειφθεί στην ιστορία είναι αυτός της ευλογιάς, με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Υγείας να το ανακοινώνει επισήμως τον Μάιο του 1980. Η πρώτη περίπτωση οφείλεται στην παρακολούθηση των κρουσμάτων και η δεύτερη στον εμβολιασμό.
Καμία από αυτές τις μεθόδους δε είναι εφαρμόσιμη απέναντι στην κοινή γρίπη, καθώς ο ιός μεταλλάσσεται συνεχώς και καθίσταται, μετά από μια ορισμένη χρονική περίοδο μετά τη ίαση, μη ταυτοποιήσιμος από το ανοσοποιητικό μας. Αποτέλεσμα αυτού είναι κάθε χρόνο να προσβάλει ένα περίπου 10% του παγκόσμιο πληθυσμού.
Ακόμα λοιπόν και να εξαφανιστεί ο ιός για ένα χρονικό διάστημα, ένα μονάχα κρούσμα αρκεί για να τον επαναφέρει.
Τα δύο πιθανά σενάρια
Παρόλο που η πανδημία μάλλον δε θα καταφέρει να εξαλείψει τη γρίπη από προσώπου γης, ίσως είναι ικανή ωστόσο να επηρεάσει την εξάπλωσή της.
Το πρώτο σενάριο θέλει η πανδημία και τα προληπτικά μέτρα να έχουν όντως επηρεάσει την ταχύτητα μετάλλαξης του ιού της γρίπης, με αποτέλεσμα του χρόνου να έχουμε ένα εξίσου ήπιο ενδημικό κύμα με το φετινό.
Το δεύτερο και πιο απαισιόδοξο, πιθανολογεί η κοινωνική αποστασιοποίηση να μην έχει επηρεάσει το συνολικό φορτίο του ιού στον παγκόσμιο πληθυσμό, αλλά, επιφανειακά μόνο, τον αριθμό των καταγεγραμμένων κρουσμάτων.
Σε αυτή την περίπτωση, όταν θα εγκαταλειφθούν εν μέρει τα προληπτικά μέτρα και αφότου κυκλοφορήσει το εμβόλιο για τον COVID-19, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού ίσως επηρεαστεί σοβαρά από την κοινή γρίπη, καθώς δε θα έχει αποκτήσει ανοσία.
Οι ειδικοί, φοβούμενοι την τελευταία αυτή περίπτωση, δίνουν βαρύτητα στην πρόληψη και συστήνουν να παρθούν εκ νέου μέτρα για τις ασθένειες του αναπνευστικού στην μετά- COVID εποχή, όπως είναι η καλή υγιεινή και ο εξοπλισμός των νοσοκομείων με περισσότερους αναπνευστήρες, προκειμένου να μη γυρίσουμε πίσω στο σημείο μηδέν όσον αφορά την εποχιακή γρίπη.
Τονίζεται παρ’ όλα αυτά από την επιστημονική κοινότητα πως, αν και με περιορισμένη αποτελεσματικότητα, ο εμβολιασμός κατά της γρίπης εξακολουθεί να αποτελεί μια καλή ετήσια συνήθεια που πρέπει να ακολουθούν όλοι προκειμένου να περιοριστεί η ταχύτητα εξάπλωσης της νόσου.
Ντορίνα Παπαγεωργίου