Αν οι όποιες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία δεν είναι συμβατές με τους στρατηγικούς στόχους της Τουρκίας, όπως αυτοί διατυπώνονται και στο ιδεολόγημα της “Γαλάζιας πατρίδας”, τότε η Τουρκία έχει τρεις επιλογές. Είτε δε θα καταλήξει σε συμφωνία, είτε θα αναγκαστεί να καταλήξει αλλά θα παραβιάσει τους όρους της –όπως έπραξε με τη Συμφωνία της Μαδρίτης– είτε θα επιδιώξει να μεταθέσει την όλη συζήτηση στο μέλλον, ασκώντας παράλληλα πιέσεις που πηγάζουν από τη στρατιωτική της ισχύ.

Η μετάθεση αυτή λειτουργεί υπέρ της ιδίας. Το δόγμα της “Γαλάζιας Πατρίδας” αντικατοπτρίζεται στην επιστολή που κατέθεσε ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Τουρκίας Φεριντούν Σινιρλιόγλου στον ΟΗΕ, τον Νοέμβριο του 2019, σύμφωνα με την οποία, η χώρα του αμφισβητεί την ΑΟΖ της Ελλάδας και της Κύπρου.

Οι τουρκικές διεκδικήσεις αποκτούν σάρκα και οστά μετά την εισβολή στην Κύπρο (1974) και καταγράφουν τρεις “κορυφές”, έκτοτε. Η πρώτη με την έξοδο του ωκεανογραφικού πλοίου Χόρα στο Αιγαίο στις 6 Αυγούστου του 1976 (και το περιβόητο «βυθίσατε το Χόρα» του Ανδρέα Παπανδρέου). Η δεύτερη το 1987 με την έξοδο του Σισμίκ και η τρίτη με την κρίση στα Ίμια το 1996. Επιστέγασμα όλων είναι οι φραστικές προκλήσεις και απειλές εκ μέρους του προέδρου της Τουρκίας, πολιτικών και στρατιωτικών της, που βιώσαμε πριν τον τελευταίο σεισμό εκεί.

Με αφορμή την κρίση στα Ίμια το 1996, υπογράφηκε από τους Σημίτη και Ντεμιρέλ η “Συμφωνία της Μαδρίτης” (την 8η Ιουλίου 1997), τους όρους της οποίας η Τουρκία παραβίαζε συστηματικά ως πρόσφατα, με την πρακτική που υιοθέτησε μετά την υπογραφή της. Σκοπός της συμφωνίας αυτής ήταν μεταξύ άλλων: «…η μείωση της έντασης στο Αιγαίο, και η απομάκρυνση του κινδύνου σύρραξης… ο σεβασμός της κυριαρχίας της κάθε χώρας.. ο σεβασμός των Αρχών του Διεθνούς Δικαίου και των Διεθνών Συνθηκών… η Δέσμευση διευθέτησης των διαφορών τους με ειρηνικά μέσα… και χωρίς τη χρήση βίας ή την απειλή βίας».

Όμοιες εκφράσεις, με λιγότερο όμως αυστηρές δεσμεύσεις, που εισάγουν το ενδεχόμενο μη συμφωνίας, ιδίως στο σκέλος της οποιασδήποτε διαφοράς, χρησιμοποιούνται και στη “Διακήρυξη των Αθηνών” του 2023, έχοντας δυο στόχους: Την ενίσχυση της θετικής ατζέντας στις σχέσεις των δύο χωρών και την προσπάθεια επίλυσης, μέσω διαβουλεύσεων, οποιαδήποτε διαφοράς προκύψει μεταξύ τους.

Η ενταξιακή ευκαιρία

Τί εφαρμόστηκε από τα προαναφερθέντα μετά το 1997; Σχεδόν τίποτα. Το casus belli της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης ισχύει, ενώ οι αρχές του Διεθνούς Δικαίου αντικαταστάθηκαν από απειλές χρήσης βίας και από την αύξηση της έντασης στο Αιγαίο εκ μέρους της Τουρκίας. Σημειώνεται τέλος ότι, στο πλαίσιο της επίλυσης της κρίσης των Ιμίων, αποφασίσθηκε τότε η επιστροφή στο status quo ante bellum (καθεστώς προ του πολέμου). Αυτό όμως θα μπορούσε να σημαίνει ότι, ο βοσκός που είχε τις κατσίκες του στη βραχονησίδα θα συνέχιζε ανεμπόδιστα να φροντίζει τα ζώα του, κάτι που δεν έγινε, ούτε το διαπραγματευθήκαμε! Και είχε σημασία αυτή η λεπτομέρεια, όσο ασήμαντη και αν ηχεί.

Η κατάφορη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη γειτονική χώρα, (εξέλιξη που προσέκρουε στα πολιτικά ενταξιακά “Κριτήρια της Κοπεγχάγης” του 1993) οδήγησαν στη μη ενσωμάτωση της Τουρκίας στην ομάδα των υποψηφίων κρατών της Ανατολικής-Κεντρικής Ευρώπης-Κύπρου και Μάλτας, της διεύρυνσης της ΕΕ του 2004. Η οξύτητα των Ελληνοτουρκικών διαφορών έπαιξε και αυτή τον δικό της ρόλο στο θέμα αυτό. Έτσι, στις Συνόδους Κορυφής Λουξεμβούργου (1997) και του Ελσίνκι (1999), η Τουρκία κέρδισε απλώς τον τίτλο του επιλέξιμου (όχι υποψήφιου) κράτους προς ένταξη στην ΕΕ.