
Το δίδυμο Emmanuelle Charpentier και Jennifer Doudna, γαλλικής κι αμερικάνικης καταγωγής αντίστοιχα, είναι η δεύτερη νίκη στην ιστορία των βραβείων Νόμπελ που αποδίδεται σε ομάδα αποκλειστικά αποτελούμενη από γυναίκες, μετά τις Elisabeth Blackburn και Carol Greider το 2009.
Η ανακάλυψη ενός κυτταρικού εργαλείου ονόματι CRISPR-cas9 που επιτρέπει να «ξαναγραφτεί ο κώδικας της ζωής» με την κοπή του γενετικού υλικού σε οποιοδήποτε σημείο του μήκους του, καθιστά μάλιστα τις Chapentier και Doudna μόλις την 6η και 7η νικήτρια Νόμπελ από την έναρξη του θεσμού το 1901.
Σύμφωνα με την Emmanuelle Charpentier, η απόφαση αποτελεί ένα ηχηρό μήνυμα που φέρνει ελπίδα για το επιστημονικό μέλλον των νέων γυναικών. «Οι γυναίκες είναι εξίσου ικανές με τους άντρες να έχουν αντίκτυπο μέσω της επιστημονικής τους έρευνας», δηλώνει.
Όσον αφορά την καινοτόμο ιδέα που τους χάρισε τη νίκη, το λεγόμενο «γενετικό ψαλίδι» έγινε το εργαλείο για πολυάριθμες επιστημονικές ανακαλύψεις, με ιδιαίτερη χρησιμότητα στην ιατρική. Η συγκεκριμένη τεχνολογία άνοιξε έναν καινούριο δρόμο προς τη θεραπεία των κληροδοτούμενων ασθενειών, και ιδιαίτερα εκείνων που σχετίζονται με το αίμα, όπως η αναιμία, ενώ έθεσε καινούριες βάσεις και για τη θεραπεία του καρκίνου.
Με αφετηρία την ανακάλυψη αυτή δεν άργησαν να τεθούν ωστόσο ερωτήματα βιοηθικής. Η αναπροσαρμογή του γενετικού υλικού μετά τη γέννα εγκλωβίζει τις αλλαγές που υφίσταται το άτομο, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυνατό να δημιουργούνται πλέον «μωρά κατά παραγγελία», που θα περάσουν τα χαρακτηριστικά στις επόμενες γενιές.
Παρόλο που ένα μέρος της επιστημονικής κοινότητας πιστεύει πως το CRISPR δεν έχει υποστεί ακόμα τις κατάλληλες δοκιμές ώστε να είναι απόλυτα ασφαλές, καθώς και ότι η επιστήμη δεν πρέπει ενδεχομένως «να μπαίνει στο ρόλο του Θεού», η συντριπτική πλειοψηφία των επιστημόνων βλέπει μεγάλη προοπτική στη δυνατότητα μετατροπής του γενετικού υλικού στους ασθενείς.
Ντορίνα Παπαγεωργίου