Ας ξεκινήσουμε με ένα μικρό, «εν μέρει αληθινό», μάθημα ιστορίας.

Το 1744 η 15χρονη τότε Σοφία Φρειδερίκη Αυγούστα του Ανχαλτ-Τσερμπστ, κόρη ενός πτωχευμένου αριστοκράτη της Πρωσίας, αφήνει το πατρικό της στην Αυστρία και ταξιδεύει στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας για να παντρευτεί τον Πέτρο τον Γ’. Εκεί ξαναβαπτίζεται ως Αικατερίνη, αλλά ο γάμος της αποδεικνύεται κάτι λιγότερο από ειδυλλιακός. Ο άντρας της ήταν αλκοολικός, και ενίοτε βάναυσος, ο οποίος την περιφρονούσε, την ταπείνωνε με την πρώτη ευκαιρία, ενώ δεν υπήρχε θηλυκό στην Αυλή που να μην είχε περάσει από το κρεβάτι μαζί του. Ταυτόχρονα αδιαφορούσε παντελώς για την πνευματική όσο και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας του, με μοναδικό του παιχνίδι να την οδηγεί σε ανούσιους και από την αρχή χαμένους πολέμους μόνο και μόνο για να αποδείξει πως μπορεί να έχει μια νίκη αντάξια εκείνων του πατέρα του Πέτρου του Α’ (Πέτρου του Μέγα της Ρωσίας). Η Αικατερίνη, η οποία προσπαθεί να φέρει τον Διαφωτισμό στην χώρα αλλά πέφτει πάνω σε τοίχους τους οποίους έχουν ανεβάσει η πατριαρχία και η θρησκεία, αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια της και να σώσει την Ρωσία από τον σκοταδισμό, σχεδιάζοντας ένα (αναίμακτο) πραξικόπημα για να ρίξει τον Πέτρο από τον θρόνο.

Υπάρχει κάτι το γοητευτικό και ταυτόχρονα σκανδαλιστικό που κάνει μια αναρχικά πειραγμένη ταινία ή σειρά εποχής σαγηνευτικά ενδιαφέρουσα. Και όπως συνέβη και με την «Ευνοούμενη» του Γιώργου Λάνθιμου, έτσι κι εδώ στη νέα σειρά του Hulu «The Great» για την Αικατερίνη πριν γίνει η Μεγάλη Αυτοκράτειρα της Ρωσίας, ο σεναριογράφος Τόνι ΜακΝαμάρα υπογράφει για άλλη μια φορά μια έξυπνη και καυστική κωμωδία η οποία εξυμνεί την γυναικεία χειραφέτηση και ταυτόχρονα σηκώνει επιδεικτικά, αν και με κομψότητα, το μεσαίο δάκτυλο στον μισογυνισμό και την πατριαρχία.

Και όλα αυτά σε καίριο συνδυασμό με μια σατιρική ματιά πάνω στον παραλογισμό που προκαλεί η δίψα για εξουσία, στις σκοτεινές πλευρές και τα όρια της ανθρώπινης φύσης, πάντα με τις απαραίτητες δόσεις βιτριολικού (και σε στιγμές σλάπστικ) χιούμορ με ατάκες τόσο αιχμηρές που κόβουν πιο βαθιά και από το πιο αιχμηρό σπαθί, αλλά και μια ιστορία γεμάτη ίντριγκα, σκοτεινές μηχανορραφίες και απροκάλυπτο σεξ. Ο δρόμος για την εξουσία δεν ήταν ποτέ στρωμένος μόνο με ροδοπέταλα…

Η Αικατερίνη φτάνει στην Ρωσία μικρή και αθώα, μια αφελής ιδεαλίστρια η οποία πιστεύει πως θα αλλάξει όχι μόνο το παλάτι αλλά και ολόκληρη την χώρα. Ο ΜακΝαμάρα όμως δεν θα αφήσει την ηρωίδα του για πολλή ώρα απροστάτευτη στον… κόσμο της. Μπορεί να είναι αφελής αλλά διψάει για εξουσία, ακόμα και περισσότερη από όσο μπορεί να αντέξει, αλλά γρήγορα τρώει το χαστούκι, ή μάλλον καλύτερα τη γροθιά στο στομάχι, από την σκληρή πραγματικότητα, πράγμα που την κάνει να συνειδητοποιήσει πως πρέπει να αφήσει πίσω την αθωότητα της παιδικής ηλικίας και να πάρει η ίδια την κατάσταση στα χέρια της. Πρέπει να γίνει η Αυτοκράτειρα στην θέση του Αυτοκράτορα.

Για να πετύχει κάτι τέτοιο θα χρειαστεί και αρκετή βοήθεια την οποία βρίσκει στα πρόσωπα της υπηρέτριάς, μιας ξεπεσμένης αριστοκράτισσας, της Μάριαλ (μια πραγματικά υπέροχη Φίμπι Φοξ), του Κόμη Ορλο ένας ιδεαλιστής αλλά ταυτόχρονα και γραφειοκράτης αυλικός του στενού κύκλου του Πέτρου (Σάσα Ντουάν), και του φλογερού εραστή της, Λίο (Σεμπάστιαν ντε Σούζα). Πέρα από έμπιστοι αυλικοί της, κάθε ένας από τους συμμάχους της Αικατερίνης, μοιάζει να αντιπροσωπεύει μέσα από τις ιδεολογίες και τις ιδιοτροπίες του και μια πτυχή της προσωπικότητας της – η Μάριαλ τον δυναμισμό και την δίψα για την εξουσία, ο Λίο τον ερωτισμό που εμπνέει και ο Ορλο τον αφελή ιδεαλισμό της.

Μπορεί το «The Great» στον πυρήνα του είναι μια αρκετά πιο αισιόδοξη και ιδεαλιστική ιστορία, κάτι τελείως διαφορετικό από την ταινία του Λάνθιμου, αλλά αυτό όμως είναι που την κάνει σε στιγμές να μοιάζει σαν να σέρνεται σεναριακά ειδικά προς τα μισά της σεζόν, λες και έχει ξεμείνει από ιδέες. Παρόλα αυτά όμως κάθε επεισόδιο αποτελεί και ένα βήμα, ή μάλλον καλύτερα μάθημα ζωής για την ίδια την Αικατερίνη απέναντι στον σεξισμό, στην πολιτική αλλά και στην ίδια την ανθρώπινη φύση με τον ΜακΝαμάρα, και τον κάθε σκηνοθέτη που αναλαμβάνει ένα από τα δέκα ωριαία επεισόδια, να προσπαθεί τα προσεγγίσει με την ωριμότητα που τους αρμόζει, αλλά ταυτόχρονα προσφέροντας απλόχερα και λίγο από το γλυκό παντεσπάνι (στην συγκεκριμένη περίπτωση μακαρόν σε μια σεκάνς που μέσα στην θλίψη και τον ζόφο καταφέρνει να σε κάνει να χαμογελάσεις) που λέγεται διασκέδαση.

Σε αυτό βοηθάει κατά βάση η υπέροχη ερμηνεία της Ελ Φάνινγκ στον ρόλο της Αικατερίνης της Μεγάλης, η οποία ισορροπεί με δεξιοτεχνία μεταξύ στην αυτοπεποίθηση που νιώθει ο χαρακτήρας της, αναδεικνύοντας έναν ενίοτε τσαμπουκαλεμένο δυναμισμό, αλλά και στο πόσο εύθραυστη είναι μέσα σε όλη αυτή την ανασφάλεια την οποία πολλές την κυριεύει και προσπαθεί, μάταια, να κρύψει κάτω από ένα ψεύτικο «φασάντ» καθωσπρεπισμού. Παρά την πρωταγωνιστική κυριαρχία της Ελ Φάνινγκ, είναι ο Πέτρος του Νίκολας Χουλτ που κερδίζει τελικά τις εντυπώσεις. Στο ρόλο ενός ψυχοπαθή Αυτοκράτορα ο οποίος όμως κρύβει βαθιά (πολύ βαθιά) μέσα του την ψυχή ενός μικρού παιδιού καθώς προσπαθεί να φανεί αντάξιος στο όνομα του νεκρού του πατέρα, ο Χουλτ παραδίδει τον καλύτερο ρόλο της καριέρας του – ιδανικός εκφραστής της σαπίλας της τοξικής αρρενωπότητας που καλύπτεται πίσω από ένα όμορφο πρόσωπο.

Το «The Great» μπορεί να μην είναι – ευτυχώς – ένα μάθημα ιστορίας, όπως ίσως κάποιοι περιμένουν (εξάλλου η σειρά μας το θυμίζει κάθε φορά με το αστερίσκο στο «εν μέρει αληθινά» γεγονότα του τίτλου) και μπορεί να έχει – ευτυχώς – βαθιά χαραγμένο στο DNA της κάτι από την «Ευνοούμενη» αλλά, ενώ υπάρχουν αρκετές πανέξυπνες στιγμές γεμάτες σαρκασμό και σαρδόνιο χιούμορ, δεν αφήνει τον στίγμα της όπως η ταινία του Λάνθιμου. Παραμένει, ωστόσο, μέχρι το τέλος ακραιφνώς διασκεδαστική τηλεόραση με ολίγον από κοινωνικό μήνυμα, κάτι που ίσως χρειαζόμαστε αυτή την στιγμή. Huzzah, λοιπόν!

Πηγή: flix.gr