Οι διδάσκοντες του ΑΠΘ ζητούν απόσυρση του νομοσχεδίου

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΟΥ ΕΣΔΕΠ-ΑΠΘ ΓΙΑ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΑ ΑΕΙ ΕΝΙΑΙΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Α.Π.Θ. 25/1/2021 Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου Για το νομοσχέδιο για τα Α.Ε.Ι.

Η Κυβέρνηση έθεσε σε διαβούλευση στις 13/1/2021 ένα ακόμη νομοσχέδιο με επιμέρους ρυθμίσεις για τα πανεπιστήμια, αντί για ένα συνολικό πλαίσιο αντιμετπισης των προβλημάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Νομοθετικές ρυθμίσεις που δεν εντάσσονται σε ένα μακροπρόθεσμο εκπαιδευτικό και αναπτυξιακό σχεδιασμό, ούτε είναι επεξεργασμένες με διαδικασίες καλής νομοθέτησης, διαλόγου και σύγκλισης, ώστε να έχουν διάρκεια και αποτελεσματικότητα.

Το ΔΣ του ΕΣΔΕΠ συζήτησε τις διατάξεις του νομοσχεδίου και κατέληξε στα εξής: 1. Ζητήματα ασφάλειας (ειδική αστυνομική ομάδα και πειθαρχικό δίκαιο) Σύμφωνα και με την απόφαση της Γ.Σ. του Συλλόγου (17/12/2020), θεωρούμε ότι η επιλογή της κυβέρνησης να ιδρύσει ειδικό αστυνομικό σώμα για να ενισχύσει την ασφάλεια στα πανεπιστήμια είναι ακατανόητη και ατελέσφορη, ενώ δεν πρόκειται για καλή πρακτική που εφαρμόζεται στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Η μόνιμη εγκατάσταση αστυνομικού σώματος θα πλήξει το πανεπιστήμιο όχι μόνο συμβολικά, αλλά και ουσιαστικά, καθώς θα δημιουργήσει μια διαρκή εστία πρόκλησης αντιδράσεων. Θεωρούμε ότι αναγκαία είναι η ενίσχυση της φύλαξης των πανεπιστημίων με ειδική εσωτερική υπηρεσία με άμεση αναφορά στον πρύτανη, που θα έχει κατάλληλες αρμοδιότητες, εκπαίδευση, εξοπλισμό, ευελιξία και σχεδιασμό, και θα συνεργάζεται με τη δημόσια δύναμη. Αυτό που οφείλουν επιτέλους να κάνουν οι αρμόδιες αρχές και στους πανεπιστημιακούς χώρους είναι να εφαρμόζουν με συνέπεια τους υπάρχοντες νόμους. Εκφράζουμε έντονες επιφυλάξεις για τις διατάξεις που προβλέπουν εγκατάσταση συστημάτων καταγραφής. Η καταγραφή ήχου, που απαγορεύεται γενικά εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων, και η διαρκής επιτήρηση με καταγραφή εικόνας σε χώρους ελεγχόμενης πρόσβασης, άρα μη δημόσιους, και μάλιστα από τρίτους, θέτουν σοβαρά ζητήματα περιορισμού ατομικών ελευθεριών που δεν έχουν ληφθεί υπόψη. Διαφωνούμε επίσης με τον καθορισμό των πειθαρχικών διατάξεων και ποινών για τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας από την πολιτεία. Θεωρούμε ότι αυτό εμπίπτει στο αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ και ζητούμε την άμεση εκπόνηση και ψήφιση εσωτερικού κανονισμού όπου θα περιλαμβά-νονται οι σχετικές διατάξεις. Αυτό στο οποίο θέλουμε να συμβάλουμε είναι η καλλιέργεια μιας νέας νοοτροπίας μέσα στα ΑΕΙ όπου η ακαδημαϊκή ελευθερία, η ελεύθερη διακίνηση ιδεών αλλά και η τήρηση των νόμων και των κανόνων, η διαφύλαξη της δημόσιας περιουσίας θα είναι εξίσου και χωρίς καμιά υποσημείωση σεβαστές.

2. Εισαγωγή στα ΑΕΙ και Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (EBE) Η θέσπιση ελάχιστης βάσης εισαγωγής μοιάζει να έρχεται ως λύση στο υπαρκτό πρόβλημα των πρωτοετών φοιτητών με μεγάλα κενά στη γνωστική τους υποδομή, τέτοια ώστε να αδυνατούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της πανεπιστημιακής φοίτησης. Ωστόσο η ρύθμιση για την ΕΒΕ δεν είναι, όπως ισχυρίζεται το Υπουργείο, ακαδημαϊκό κριτήριο για τη μείωση των εισακτέων, ούτε το μόνο και σοβαρότερο κριτήριο για τον ακαδημαϊκό καθορισμό των προσόντων εισαγωγής. Η 2 νομοθέτηση ΕΒΕ δεν είναι ένα ζήτημα το οποίο είναι ανεξάρτητο από πολλά άλλα ζητήματα όπως το πρόγραμμα σπουδών στο Λύκειο, ο τρόπος εισαγωγής στο πανεπιστήμιο γενικά, η αναβάθμιση της επαγγελματικής και τεχνικής εκπαίδευσης, η αναδιάρθρωση των ΑΕΙ σε ολόκληρη τη χώρα. Όσο αυτά δεν αλλάζουν, η νομοθέτηση ΕΒΕ θα προκαλέσει απλώς μια σειρά νέων προβλημάτων: α) θα υπάρξουν πολλές δεκάδες τμήματα με μεγάλο ποσοστό κενών θέσεων (κάτι που θα αυξήσει την επισφάλειά τους σε μελλοντικές συγχωνεύσεις) και β) πολλές χιλιάδες απόφοιτοι λυκείου θα βρεθούν μπροστά σε ένα αδιέξοδο για τη συνέχιση της επαγγελματικής και τεχνικής τους εκπαίδευσης σε δημόσιους φορείς, με συνέπεια την ενίσχυση της ιδιωτικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης και την κοινωνική ανισότητα που προκύπτει από αυτήν. Πάγια πεποίθησή μας είναι ότι σε οποιαδήποτε μελλοντική αλλαγή του συστήματος εισαγωγής στα ΑΕΙ θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι απόψεις των ΑΕΙ σχετικά με τον αριθμό των φοιτητών που μπορούν να εκπαιδεύσουν ποιοτικά, καθώς και με τους συντελεστές βαρύτητας των διαφόρων μαθημάτων. 3. Το χρονικό όριο φοίτησης Πρόκειται για άλλη μια ρύθμιση επικοινωνιακού χαρακτήρα, με την κυβέρνηση να εμφανίζεται ότι βάζει τάξη στα πανεπιστήμια, ενώ δεν δηλώνει ξεκάθαρα το τι θα συμβαίνει μετά τη λήξη της ανώτατης διάρκειας φοίτησης. Το ζήτημα είχε γίνει απόπειρα να ρυθμιστεί και παλιότερα από διάφορες κυβερνήσεις. Είναι γνωστό πως συνδέεται με την ανάγκη εξορθολογισμού των προγραμμάτων σπουδών, τον καλύτερο σχεδιασμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας, τη στήριξη των φοιτητών που η ίδια η πολιτεία αδιάφορα σωρεύει (ή αποθηκεύει) στα πανεπιστήμια επί δεκαετίες χωρίς να ενισχύει παράλληλα το προσωπικό και τις υποδομές τους. Σε μεγάλο βαθμό, όμως, είναι υπεύθυνα και τα ίδια τα Τμήματα που δεν τολμούν να προχωρήσουν σε νέα προγράμματα σπουδών και άλλα αναγκαία εκπαιδευτικά μέτρα. Ένας γενικός κανόνας που θα ετίθετο από τον νόμο είναι λογικό να υπάρχει.

Σύμφωνα με παλιότερες στατιστικές, οι φοιτητές που καθυστερούν πάνω από 2ν έτη για το πτυχίο έχουν πρακτικά εγκαταλείψει τις σπουδές και ελάχιστοι από αυτούς παίρνουν τελικά πτυχίο. Επομένως ένα τυπικό όριο 2ν θα είχε θετική επίδραση, χωρίς να προκαλεί προβλήματα και αντιδράσεις. Για να είναι δίκαιη η όποια νομοθέτηση ανώτατου ορίου σπουδών θα πρέπει: α) να υπάρξουν οι μεταβατικές διατάξεις που να επιτρέπουν την αποφοίτηση των ήδη φοιτούντων σε εύλογο χρονικό διάστημα και β) να εξουσιοδοτηθούν τα Πανεπιστήμια να ορίσουν τα ίδια στον εσωτερικό κανονισμό τους τις ειδικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί κάποιος να συνεχίσει τη φοίτησή του μετά το ανώτατο αυτό όριο. Η ευθύνη των Πανεπιστημίων για τη (μη) σύνταξη του Κανονισμού τους εδώ και δέκα χρόνια είναι πολύ μεγάλη, όσο κι αν κυβερνητικές αλλαγές ή παλινωδίες έχουν θέσει κατά καιρούς εμπόδια. Με βάση τα παραπάνω το ΔΣ του ΕΣΔΕΠ ζητά να μην κατατεθεί το νομοσχέδιο πριν γίνει ουσιαστικός διάλογος για τα ζητήματα αυτά, διάλογος που –όπως επισημαίνει και η ΠΟΣΔΕΠ– δεν έχει πραγματοποιηθεί. Για το ΔΣ Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας Γιώργος Ζωγραφίδης Αγγελική Ζιάκ