

Είναι απρόβλεπτες οι κοινωνικές συνέπειες της κρίσης του κορωνοϊού, λέει ο καθηγητής της φιλοσοφίας Γιούργκεν Χάμπερμας στη συνέντευξη, που παραχώρησε στον Markus Schwering και δημοσιεύτηκε στη Frankfurter Rundschau στις 6/4/2020. Συνιστά ωστόσο ακόμα και στους ειδικούς να μείνουν μακριά από απρόσεκτες και πρόχειρες προγνώσεις, ενώ σημειώνει ότι «τόσo πολλή γνώση για την άγνοιά μας και για την ανάγκη να πρέπει να δράσουμε και να ζήσουμε υπό συνθήκες ανασφάλειας δεν έχει υπάρξει ποτέ ώς σήμερα». Ο αειθαλής στοχαστής κάνει μια συνολική αποτίμηση της ιστορίας της δυτικής φιλοσοφίας αρνούμενος τη σύγκριση ακόμα και ανάμεσα σε αναστήματα όπως ο Αριστοτέλης και ο Καντ, εξηγώντας την απήχηση του Σπινόζα και αναλύοντας την απόστασή του από τον Νίτσε.
Ο καθηγητής Γιούργκεν Χάμπερμας είναι πάντα παρεμβατικός – και προφανώς δεν θα απέφευγε να αναλύσει τη νέα κρίση έπειτα από την ξαφνική εισβολή της πανδημίας του κορωνοϊού και τη δοκιμασία στην οποία έβαλε την παγκόσμια κοινότητα: τις κοινωνικές πρακτικές, τις ελευθερίες, αλλά και την οικονομία.
Στις 6 Απριλίου δημοσιεύτηκε στη Frankfurter Rundschau μια συνέντευξη του καθηγητή Χάμπερμας στον Markus Schwering. Ευλόγως, η πρώτη ερώτηση αφορούσε τον εγκλεισμό των ανθρώπων στα σπίτια, την εθελούσια απομάκρυνσή τους για να αποφευχθεί η μετάδοση του κορωνοϊού. Ο Χάμπερμας, στην αρχή, δηλώνει ότι θα πει ό,τι του περνάει απ’ το μυαλό. Σημειώνει ότι οι σύνθετες κοινωνίες μας βρίσκονται συνεχώς αντιμέτωπες με μεγάλες αβεβαιότητες, οι οποίες όμως συνήθως εμφανίζονται τοπικά και α-σύγχρονα και, εντός του ενός ή του άλλου υποσύστηματός τους με τρόπο διακριτικό, τις διαχειρίζονται οι εκάστοτε αρμόδιοι ειδικοί. Στην περίπτωση της πανδημίας του κορωνοϊού, όμως, δεν ήρθαν έτσι τα πράγματα. Είδαμε λοιπόν να εξαπλώνεται –σε παγκόσμια κλίμακα και ταυτοχρόνως– μια υπαρξιακή ανασφάλεια και μάλιστα μέσα στα κεφάλια ατόμων μιντιακά διασυνδεδεμένων.
«Ο καθένας», σημειώνει ο φιλόσοφος, «διαφωτίζεται μεμονωμένα πάνω στους κινδύνους και τις διακινδυνεύσεις, διότι η απομόνωση του κάθε ατόμου –λαμβάνοντας υπόψη την υπερφόρτωση των συστημάτων υγείας– είναι η πιο σημαντική από τις παραμέτρους. Επιπροσθέτως, η ανασφάλεια δεν αναφέρεται μόνο στην αντιμετώπιση των κινδύνων της επιδημίας, αλλά και στις παντελώς απρόβλεπτες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Από την άποψη αυτή –κι αυτό είναι το μόνο που μπορούμε να ξέρουμε–, αντίθετα απ’ ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν με άλλους ιούς, δεν υπάρχουν ακόμη ειδικοί που να είναι σε θέση να αποτιμήσουν τις εν λόγω συνέπειες. Οι οικονομικοί και κοινωνικοί επιστήμονες πρέπει εν προκειμένω να κρατηθούν μακριά από απρόσεκτες και πρόχειρες προγνώσεις. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι το εξής: τόσo πολλή Γνώση για την Άγνοιά μας και για την ανάγκη να πρέπει να δράσουμε και να ζήσουμε υπό συνθήκες ανασφάλειας δεν έχει υπάρξει ποτέ ώς σήμερα».
Πριν από λίγο καιρό, ο 91 χρόνων σήμερα γερμανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος έγραψε μια ογκώδη ιστορία της φιλοσοφίας. Δεν είναι ακόμη μία… Είναι η δική του – κι ας έχει τίτλο Ακόμη μια Ιστορία της Φιλοσοφίας.Το βιβλίο του Γιούργκεν Χάμπερμας, Auch eine Geschichte der Philosophie, που ήδη κυκλοφόρησε σε τρίτη έκδοση, είναι μια δίτομη περιήγηση στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας. Σε δυο τομους, με τους χαρακτηριστικούς τίτλους,«Η συσχέτιση Πίστης και Γνώσης στον Δυτικό Κόσμο» και «Έλλογη Ελευθερία. Ίχνη του Λόγου περί Πίστης και Γνώσης», ο Χάμπερμας παρουσιάζει τη δυτική φιλοσοφία ως το μονοπάτι από την πίστη στη γνώση. Ο δημοσιογράφος ρωτά τον φιλόσοφο αν είχε υπολογίσει ότι το βιβλίο θα έκανε και εμπορική επιτυχία. «Αυτά δεν τα σκέπτεσαι, όταν γράφεις ένα τέτοιο βιβλίο», απαντά ο Χάμπερμας. «Το μόνο που σε συνέχει είναι ο φόβος μην τυχόν και κάνεις λάθη –έτσι, σε κάθε κεφάλαιο αναλογίζεσαι τις πιθανές ενστάσεις των ειδικών, οι οποίοι γνωρίζουν κάθε φορά καλύτερα από σένα και σε βάθος τις λεπτομέρειες».
Για να προσθέσει:
«Οι αναγνώστες των βιβλίων μου ήταν έως τώρα ως επί το πλείστον συνάδελφοι και σπουδαστές διαφόρων κατευθύνσεων από τον ακαδημαϊκό χώρο, όπως επίσης και ορισμένοι καθηγητές της μέσης εκπαίδευσης, που διδάσκουν κυρίως Ηθική και Κοινωνιολογία. Τούτη τη φορά όμως, κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών κυκλοφορίας του νέου μου έργου και σύμφωνα με τις έρευνες απήχησης του βιβλίου, φαίνεται να με έχει συναντήσει κι ένα τελείως διαφορετικό αναγνωστικό κοινό. Όσοι ενδιαφέρονται για το θέμα “Πίστη και Γνώση”, αλλά και αναγνώστες γενικώς σκεπτόμενοι που αναζητούν μια συμβουλή, ένα στήριγμα· μεταξύ αυτών μάνατζερ, δικηγόροι, γιατροί κ.ο.κ. Φαίνεται πως όλοι αυτοί θεωρούν ακόμη τη φιλοσοφία ικανή να τους βοηθήσει σε κάποια διαδικασία αυτοκατανόησης. Αυτό με ικανοποιεί ιδιαίτερα, διότι ένας από τους στόχους αυτού του εγχειρήματος ήταν και η εναντίωσή μου σε μια ορισμένη υπερειδίκευση, η οποία βλάπτει σοβαρά τη ματιά του φιλοσόφου και το αντικείμενο της φιλοσοφίας».
Ο δημοσιογράφος παρατηρεί ότι το βιβλίο παραπέμπει στον Χέρντερ, ωστόσο του προκαλεί σύγχυση και κάποια απορία η λεξούλα «ακόμη», που υπάρχει στον τίτλο. Ο Χάμπερμας απαντά προφανώς: το «ακόμη» στον τίτλο προϊδεάζει τον αναγνώστη ότι βρίσκεται εδώ μπροστά σε μία μόνον, αν και νέα, ερμηνεία της ιστορίας της φιλοσοφίας – δίπλα σε άλλες δυνατές ερμηνείες, λέει. Η μετριόφρων αυτή χειρονομία θέλει να τον προστατεύσει από την πιθανή παρανόηση ότι κρατά στα χέρια του μια εξαντλητική ή ενδεχομένως οριστική ιστορία της φιλοσοφίας. «Προσωπικά ακολουθώ την ερμηνευτική γραμμή», εξηγεί ο φιλόσοφος, «σύμφωνα με την οποία η ιστορία αυτή είναι δυνατόν να εννοηθεί από τη σκοπιά μιας ορισμένης κατανόησης της μετά-τη-μεταφυσική σκέψης ως διαδικασίας μαθητείας. Κανένας μεμονωμένος συγγραφέας δεν μπορεί να αποφύγει μιαν ορισμένη οπτική γωνία. Και σ’ αυτήν αντανακλάται πάντα και κάτι από τις προσωπικές θεωρητικές του πεποιθήσεις. Αλλά αυτό είναι απλώς η έκφραση μιας συνείδησης ευρισκόμενης σε αβεβαιότητα και δεν πρέπει κατ’ ουδένα τρόπο να σχετικοποιεί την αξίωση αληθείας των λεγομένων κάποιου».
Ο δημοσιογράφος επιμένει να ζητεί εξηγήσεις για τη χρήση της λέξης «ακόμη». Οπότε ο Χάμπερμας απαντά δίνοντας επί της ουσίας διευκρινίσεις:
«Ως φιλόσοφος ενδιαφέρομαι για το ερώτημα τι μπορούμε να μάθουμε από τον λόγο περί Πίστης και Γνώσης. Το επίδικο πρόβλημα μεταξύ Καντ και Χέγκελ για τη σχέση της ατομικής ηθικότητας (Moralität) και της ηθικής ζωής (Sittlichkeit) καταλαμβάνει τόσον πολύ χώρο στο βιβλίο μου γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο: διότι αυτό το πρόβλημα αποκαλύπτεται μέσα από την ταυτόχρονα εκκοσμικευτική και ριζοσπαστική ιδιοποίηση του οικουμενικού πυρήνα της χριστιανικής Ηθικής της Αγάπης. Η διαδικασία της εννοιολογικής μετάφρασης κεντρικών περιεχομένων της θρησκευτικής παράδοσης: αυτό είναι το θέμα μου· σ’ αυτή την περίπτωση πρόκειται, λοιπόν, για τη μετά-τη-μεταφυσική ιδιοποίηση της ιδέας ότι όλοι οι πιστοί συγκροτούν μιαν οικουμενική και παρ’ όλα αυτά αδελφική κοινότητα κι ότι κάθε μεμονωμένο μέλος, λαμβανομένης υπόψη της μοναδικά χαρακτηριστικής και αναντικατάστατης ατομικότητάς του, αξίζει μια δίκαιη αντιμετώπιση. Αυτή η ισότητα δικαιωμάτων του καθενός δεν είναι κατά καμία έννοια ένα κοινότοπο θέμα, όπως διαπιστώνουμε και σήμερα στο πλαίσιο της κρίσης του κορωνοϊού.
«Μέχρι ποίο βαθμό;», ρωτά ο δημοσιογράφος.
«Στην έως σήμερα πορεία της κρίσης», απαντά ο Χάμπερμας, «θα μπορούσε και μπορεί κανείς να παρατηρήσει σε κάποιες χώρες ότι υπάρχουν πολιτικοί, οι οποίοι καθυστερούν να ευθυγραμμιστούν με τη βασική αρχή ότι η προσπάθεια του κράτους να διασώσει καθεμιά ανθρώπινη ζωή ξεχωριστά οφείλει να έχει απόλυτη προτεραιότητα έναντι ενός ωφελιμιστικού συμψηφισμού με το ανεπιθύμητο οικονομικό κόστος, το οποίο μπορεί να συνεπάγεται ένας τέτοιος στόχος. Αν το κράτος επέτρεπε την ελεύθερη διάδοση της επιδημίας, ώστε να επιτύχει γρήγορα μιαν επαρκή ανοσία στον συνολικό πληθυσμό, θα έπαιρνε το απευκταίο ρίσκο της προβλέψιμης κατάρρευσης του συστήματος υγείας και ως εκ τούτου ενός σχετικά υψηλότερου αριθμού νεκρών», σημειώνει. Και προσθέτει:
«Η Ιστορία μου φωτίζει επίσης το ηθικοφιλοσοφικό φόντο των ενεργών στρατηγικών, που αντιμετωπίζουν και διαχειρίζονται τέτοιες κρίσεις».
«Το μονοπάτι εξέλιξης της δυτικής φιλοσοφίας μοιάζει στη δική σας παρουσίαση να είναι, πέρα από όλες τις ρήξεις και τις νέες απόπειρες, ένα σχετικά συνεπέστερο. Αυτή η συνέπεια δεν είχε ως τίμημα κάποιες απώλειες;», αναρωτιέται ο δημοσιογράφος, για να λάβει την ακόλουθη απάντηση:
«Μια συμβατική Ιστορία της φιλοσοφίας χωρίς αυτό το προκλητικό “ακόμη” επιδιώκει μια πληρότητα, την οποία δεν μπορεί να επιτύχει κανένας μεμονωμένος συγγραφέας. Η απαίτηση πάντως να αναζητηθούν συστηματικά “Διαδικασίες Μαθητείας”, σαν να επρόκειτο για μια ιστορία των επιστημών, προδίδει μια πολύ ασυνήθιστη οπτική γωνία. Αυτή προσκρούει από τη μια μεριά στην πλατωνικής κοπής πεποίθηση ότι όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι σκέπτονται πάντα με διαφορετικό τρόπο το ίδιο πράγμα, από την άλλη όμως σκοντάφτει και στην, κυρίαρχη σήμερα, ιστορικά προφανώς διαφωτισμένη σκέψη απέναντι σε κάθε έννοια προόδου. Και σε μένα είναι ξένη μια ιστορικοφιλοσοφική σκέψη περί προόδου. Αν κάποιος επιλέγει ως κατευθυντήρια αρχή τη “Μαθητεία” με την έννοια της επίλυσης προβλημάτων, που εξαρτάται από την ίδια την πορεία, εγκαθιδρύει δηλαδή μια συνέχεια, αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι καταλογίζει στην ιστορία της φιλοσοφίας κάποια τελεολογία.Δεν υπάρχει Τέλος, που θα μπορούσε κανείς να αναγνωρίσει με μια “ματιά από το πουθενά”· υπάρχει μόνο το εκάστοτε “δικό μας” βλέμμα που κοιτάζει πίσω προς το μονοπάτι με τις περισσότερο ή λιγότερο εύλογες αιτίες, από τις οποίες προκύπτει η ακολουθία των λύσεων –αρχικά προσωρινών και στη συνέχεια, ξανά και ξανά, ιστορικά προσδιορισμένων– ενός συγκεκριμένου είδους προβλημάτων.
Δεν υποβάλει όμως το βιβλίο σας, λέει ο δημοσιογράφος, το ερώτημα, κατά πόσον υπάρχει «πρόοδος» στη φιλοσοφική σκέψη; Είναι ο Καντ «καλύτερος» από τον Αριστοτέλη;
«Όχι φυσικά – τόσο λίγο όσο ο Αϊνστάιν ήταν “καλύτερος» από τον Νεύτωνα”», απαντά κατηγορηματικά ο Χάμπερμας. «Δεν θέλω κατά κανέναν τρόπο να απαλείψω τις σημαντικές διαφορές μεταξύ της φιλοσοφικής και της επιστημονικής σκέψης και με την ίδια έννοια δεν θέλω να μιλήσω για “προόδους”. Και στις δύο περιπτώσεις οι θεωρητικές προσεγγίσεις και τα Παραδείγματα “παλιώνουν” με διαφορετικό τρόπο. Αναφορικά, ωστόσο, με τα προβλήματα, που έλυσαν την εποχή τους υπό το φως των εκάστοτε επίκαιρων ερωτημάτων και των διαθέσιμων τότε πληροφοριών και αφορμών, οι αναφερθέντες συγγραφείς κατέστησαν πρωτοπόροι. Ανέτρεψαν έως τότε ισχύουσες αντιλήψεις. Και αναδείχθηκαν σε κλασικούς στοχαστές – όπου “κλασικός”σημαίνει ότι έχουν ακόμη κάτι να μας πουν. Η σύγχρονη Θεωρία της Eπιστήμης ακουμπάει ακόμη πάνω σε απόψεις της Δεύτερης Αναλυτικής του Αριστοτέλη και η σύγχρονη Ηθική σε έννοιες του Καντ περί αυτονομίας και δικαίου – ακόμη κι αν αυτό συμβαίνει στο πλαίσιο διαφοροποιημένων θεωρητικών γλωσσών».
Στη συνέχεια, ο δημοσιογράφος εκφράζει έκπληξη για τη συμπάθεια του συγγραφέα στα φιλοσοφικά διανοητικά επιτεύγματα του χριστιανικού Μεσαίωνα. «Μήπως αυτή η συμπάθεια είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας μαθητείας, που και σε σας ακόμη προκαλεί έκπληξη;», ρωτά για να λάβει την εξής απάντηση:
«Είχα ασχοληθεί ήδη με τον Θωμά τον Ακινάτη στο τελευταίο μου μάθημα ως τακτικός καθηγητής, πρέπει να πάμε πολύ πίσω στο χρόνο. Ήμουν τότε εντυπωσιασμένος από τη δομική ευρωστία και την εσωτερική συνοχή αυτού του μεγαλειώδους συστήματος. Η μελέτη του Dun Scotus και του Wilhelm von Ockham με είχε επίσης εντυπωσιάσει. Ναι, πρόκειται για ανακτημένες εκ των υστέρων διαδικασίες εκμάθησης, για “μαθητείες”, με τις οποίες όμως –αν δεν κάνω λάθος– εντάσσομαι κι εγώ απλώς σε μια ήδη από καιρό υφιστάμενη ερευνητική τάση της εκ νέου αποτίμησης του ύστερου Μεσαίωνα, της περιόδου δηλαδή που γειτνιάζει περισσότερο με τη νεωτερικότητα».
Στο σημείο αυτό, ο δημοσιογράφος παρατηρεί την υπόρρητη συμπάθεια που εκφράζει ο Χάμπερμας για τον Σπινόζα. Διαβάζοντας, λέει, κάποιες παραγράφους στο κεφάλαιο για τον Σπινόζα αυθόρμητα σκέπτεται ότι ουσιαστικά ο Χάμπερμας παρουσιάζει μέσω του Σπινόζα τον εαυτό του.
Στην παρατήρηση αυτή, ωστόσο, ο φιλόσοφος εκφράζει την έκπληξή του, αλλά φιλοφρόνως λειαίνει αυτή την έκπληξη λέγοντας ότι ο μελετητής ενός συγγραφέα μπορεί να καταλαβαίνει καλύτερα πού το πάει ο συγγραφέας. Ωστόσο, δεν αφήνει την αφορμή να μιλήσει για τον Σπινόζα:
«Υπάρχει κάτι που μόλις πολύ πρόσφατα κατανόησα, μελετώντας τον Σπινόζα. Με φόντο την ιστορία των Ισπανών Εβραίων, που εξαναγκάστηκαν από το βασιλιά της Ισπανίας να ασπαστούν την καθολική πίστη, κατάλαβα γιατί στα προγονικά, αστικά, γερμανο-εβραϊκά σπίτια τόσων πολλών διανοουμένων του 20ού αιώνα ο Σπινόζα απολάμβανε κατά κάποιον τρόπο μεγαλύτερη εκτίμηση κι από τον Καντ. Έχει γράψει γι’ αυτό ο Leo Strauss στην εισαγωγή της αγγλικής μετάφρασης του βιβλίου του για τον Σπινόζα: “Ο Σπινόζα δεν ήταν ακριβώς ο αποστάτης, ο σκέτος αθεϊστής, που καταδιώχθηκε την εποχή του ως τέτοιος, αλλά ο έντιμος διαφωτιστής, που για όσον καιρό συνεχίζουν να υπάρχουν καλοί λόγοι για κάτι τέτοιο, δεν απαρνείται την ουσία της θρησκευτικής του καταγωγής αλλά την ‘αίρει’ με την εγελιανή έννοια της Aufhebung”. Και, ναι, γι’ αυτό τρέφω όντως συμπάθειες. Ιδωμένη από την άποψη της ιστορικής της επίδρασης, η σκέψη του Σπινόζα ενσωματώθηκε κι αυτή–προπάντων μέσω της νατουραλιστικής φιλοσοφίας του νεαρού Σέλλινγκ– στις απαρχές του μεγάλου θεωρησιακού κινήματος του γερμανικού ιδεαλισμού.
Ένα από τα σημαντικά ζητήματα που τέθηκαν στη συνομιλία ήταν γιατί, στον δυτικό κόσμο, οι εκκλησίες έχουν χάσει την ικανότητα να δεσμεύουν τους ανθρώπους. Στο θέμα αυτό οι συνομιλητές θα μπουν έπειτα από μια ερώτηση για τον Νίτσε, τον οποίο στην Ιστορία του ο Χάμπερμας αγνοεί, μολονότι στη συνάφεια της τελεολογίας «Ο Θεός είναι νεκρός» θα ταίριαζε απόλυτα στο κεντρικό θέμα «Πίστη και Γνώση». Γιατί λοιπόν παρακάμπτεται ο Νίτσε;
«Κάθε έφηβος με ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία», λέει ο Χάμπερμας,«θα έχει απαγγείλει τουλάχιστον μια φορά δυνατά τον δικό του Νίτσε. Κι εγώ το έχω κάνει. Μετά τον πόλεμο, ωστόσο, ο Νίτσε, που με την κοινωνικο-δαρβινιστική ερμηνεία της“Θέλησης για Δύναμη” είχε δοξαστεί κατά τη ναζιστική περίοδο ως φιλόσοφος του κράτους, εκείνος, λοιπόν, ο Νίτσε ήταν ακόμη πολύ κοντά. Για τον πολιτικό αυτό λόγο ήμουν ανέκαθεν εμβολιασμένος έναντι της συνεχιζόμενης εμμονής να απολαμβάνουμε την πρόζα του. Ακόμη και μετά τη γνωριμία μου με τις “αστικές” του σελίδες, γραμμένες από τη γαλλική οπτική, κράτησα απόσταση από αυτόν – με εξαίρεση τις γνωσιολογικο-ανθρωπολογικές σκέψεις του. Αλλά υπάρχουν και πραγματολογικοί λόγοι που δεν με πείθει η “Γενεαλογία του Χριστιανισμού”, ούτε καν ως αφορμή για σκέψη. Ο Νίτσε αποκαλύπτει εκεί μια πολύ ανελεύθερη σχέση με το αντικείμενό του. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει βασικά σ’ αυτόν είναι μόνο μια ορισμένη όψη της ιστορίας των επιπτώσεων – ιδιαίτερα μάλιστα η μοιραία εκείνη τάση κάποιων φιλοσόφων να μεταρσιώνουν κατά κάποιον τρόπο απωθημένες θρησκευτικές εμπειρίες στο αισθητικό πεδίο. Η όψη όμως αυτή δεν ταιριάζει με το χρονικό πλαίσιο του έργου μου».
Η συνέντευξη φτάνει στο τέλος. Τελευταία ερώτηση:
«Χρησιμοποιείτε επανειλημμένα τον όρο “αθεϊσμός των μαζών” στις νεωτερικές δυτικές κοινωνίες. Αυτό ακούγεται ασεβές και θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τη γενική σας τάση να τοποθετείστε αντίθετα προς το εκάστοτε πνεύμα της εποχής – αποφασιστικά με το πλευρό του “κοσμικού” για όσον καιρό αυτό δεν ήταν τόσο δημοφιλές και με το ίδιο αποφασιστική κριτική στάση απέναντί του όταν το “κοσμικό” καθίσταται μια αστόχαστη τάση της μόδας».
«Eδώ νιώθω ότι έχω παρεξηγηθεί», λέει ο Χάμπερμας. «Με την κοινωνιολογική έννοια, “αθεϊσμός των μαζών” / “μαζικός αθεϊσμός” δεν θέλω παρά να καταδείξω την ποσοτική όψη της ευρισκόμενης σε υποχώρηση δεσμευτικής δύναμης των εκκλησιών, ένα θέμα που επεξεργάζομαι στο πρώτο κεφάλαιο του έργου μου και το οποίο εντοπίζουμε σήμερα προπάντων στις δυτικές και κεντροευρωπαϊκές κοινωνίες. Με το ερώτημά σας εντοπίζετε πάντως μια στάση που από τη δική μου πλευρά θα χαρακτήριζα με την –πάντα κριτικά– χρησιμοποιούμενη έκφραση “εκκοσμικευτική”».
Πηγή: BOOKSJOURNAL.GR