Γιατί η αναπαράσταση λευκών χαρακτήρων από μαύρους ηθοποιούς δε θα έπρεπε να ενοχλεί

148

Μετά από σχεδόν έναν αιώνα παρουσίασης των μαύρων χαρακτήρων υπό το πρίσμα απαράδεκτων στερεοτύπων, το Hollywood και όλοι εμείς μαζί του, έμαθε επιτέλους τι είναι το whitewashing και το blackface, καθώς και ότι ακόμα και η κινηματογραφική γωνία λήψης εμπεριέχει και διαιωνίζει παγιωμένες ρατσιστικές αντιλήψεις.

Εν συντομία οι ορισμοί:

• Whitewashing: η ανάθεση ρόλων που θα έπρεπε βάσει σεναρίου, χρονικής και τοπικής συγκυρίας να παίζουν μαύροι ηθοποιοί, σε λευκούς.

• Blackface: η τάση να βάφουν με ειδική μπογιά μαύρο το πρόσωπο λευκών ηθοποιών προκειμένου να υποδυθούν χαρακτήρες αφρικάνικης ή αφροαμερικάνικης καταγωγής.

Αν και οι σύγχρονες ταινίες δεν εκλείπουν εντελώς αντίστοιχων ρατσιστικών κινηματογραφικών επιλογών, η υιοθέτηση τέτοιων μεθόδων προκαλεί πλέον την άμεση εκτόξευση πυρών -ακόμα και αποφάσεις σύσσωμου εμπάργκο- από τα μίντια και την κοινή γνώμη.

Είναι βέβαιο ότι θα συναντήσουμε ακόμα και σήμερα στερεότυπα που θέλουν τους μαύρους ηθοποιούς στο ρόλο του «ευγενούς άγριου», του «κακού παιδιού από τις φτωχογειτονιές», του τοξικοεξαρτημένου και του περιθωριοποιημένου -με τον ίδιο τρόπο που τα queer άτομα παρουσιάζονται ακόμα αποκλειστικά ως εξωστρεφείς, δραματικές και επιδεικτικές περσόνες- ωστόσο το παγκόσμιο καλλιτεχνικό στερέωμα φαίνεται να βαδίζει προς τη σωστή κατεύθυνση, με μαύρους ηθοποιούς να μεγαλουργούν και να βραβεύονται συνεχώς.

Η καταπολέμηση κάποιων μορφών συστημικής βίας όπως αυτή, φαίνεται τόσο παράδοξη στα μάτια των λευκών cis ατόμων, που πλέον κάνουμε λόγο για το μυθικό πλάσμα του «αντίστροφου ρατσισμού». Η λεγόμενη πολιτική ορθότητα αποτελεί «τζιζ » θέμα και οι πολέμιοί της θεωρούν πλέον ότι επειδή οι μειονότητες διεκδικούν, καταλήγουν να καταπατούν το προνόμιο…εχμ, συγγνώμη, τα δικαιώματά τους θέλω να πω.

Και τώρα που ξαφνικά ο κινηματογράφος αρχίζει να γίνεται πιο συμπεριληπτικός από ποτέ και να αγκαλιάζει τη διαφορετικότητα (ελλείψει άλλης λέξης, καθώς δεν είναι από τις αγαπημένες μου), κάνουμε λόγω για positive discrimination απέναντι στους μαύρους ηθοποιούς και για ασυνέπεια στο «δυτικό» storyline, πράγμα που φυσικά ποτέ δεν απασχόλησε τόσο διακαώς την κοινή γνώμη όταν γινόταν το αντίστροφο.

Παραδείγματα αυτής της ασυνέπειας φέρονται οι μαύροι ηθοποιοί που παίζουν στην τηλεοπτική σειρά του Netflix «The Witcher», διαδραματιζόμενη σ’ ένα μυθικό σύμπαν της μεσαιωνικής ανατολικής Ευρώπης, καθώς και η επιλογή της μαύρης ηθοποιού Hally Berry στο ρόλο της Άριελ, για το live-action της μικρής γοργόνας της Disney, η οποία λαμβάνει χώρα στη Σκανδιναβία, απροσδιόριστης χρονικής περιόδου.

Είναι η πολιτική ορθότητα εχθρός της τέχνης;

Ας βγάλουμε κάτι από τη μέση πριν προχωρήσουμε στα παρεπόμενα των δεδομένων αντιλήψεων: η τοποθέτηση των μαύρων ηθοποιών σε λευκούς ρόλους ΔΕ μπορεί να καταστεί βλαπτική απέναντι στα λευκά άτομα, καθώς οι πρώτοι δε διαθέτουν κανένα κοινωνικό και ιστορικό προνόμιο εναντίον της δεύτερης ομάδας.

Εν συνεχεία, η θετική περιθωριοποίηση εναντίον των λευκών ηθοποιών είναι απόρροια του γεγονότος ότι η φυλετική ισότητα δεν έχει ακόμα επιτευχθεί. Οι αφροαμερικανοί ζούνε ακόμα γκετοποιημένοι σε πολυάριθμες πολιτείες της Αμερικής, λαμβάνοντας χαμηλά εισοδήματα και πενιχρή εκπαίδευση, καθώς γι’ αυτούς η κοινωνική ανέλιξη αποτελεί ακόμα εξαίρεση κι όχι κανόνα.

Ένας μαύρος ηθοποιός για να φτάσει στο Hollywood, έχει σίγουρα παρακάμψει εμπόδια -έστω και «ασήμαντα» εξ’ αυτών- που έχουν να κάνουν με το χρώμα του δέρματος του, κάτι που είναι αδιανόητο να αγνοηθεί από το κοινωνικό γίγνεσθαι. Η θετική περιθωριοποίηση λοιπόν συμβαίνει -και θα συνεχίσει συμβαίνει- στις πολιτισμένες κοινωνίες μέχρι η φράση φυλετικός ρατσισμός να σβηστεί για πάντα από το λεξιλόγιό μας.

Κι αν η παρουσία μαύρων ηθοποιών σε εξ’ ορισμού «λευκές» ταινίες μοιάζει ως κακόγουστη παραφωνία, ας τη δούμε υπό το πρίσμα αυτών που ακόμα συμβαίνουν στον κόσμο, ως μια διαμαρτυρία της τέχνης απέναντι στο μίσος και την αδικία. Δεν είναι απλά μια ιδιοτροπία ή παραξενιά, αλλά άμεσο αποτέλεσμα της καταπίεσης μιας ανθρώπινης φυλής επί όχτω και πλέον αιώνες.

Η κακογουστιά και η ασχήμα δεν έγκεινται λοιπόν στην επιλογή του ηθοποιού, άλλα σε όλη τη συμβολική και κυριολεκτική βία που κουβαλάει στις πλάτες της μια τέτοια επιλογή.

Ντορίνα Παπαγεωργίου